Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Γιατί μόνο μία ακόμα Αρχιτεκτονική;

Από τη χώρα μας λείπουν πολλά. Η αξιοκρατία, το μέτρο, η παιδεία, η αισθητική, η διάθεση για συνεργασία, ο αλτρουισμός, η οργάνωση. Τελικά λείπουν πάρα πολλά. Αυτό θα μπορούσε να μας κάνει απαισιόδοξους. Θα μπορούσε αλλά αδυνατεί. Κι αυτό συμβαίνει, επειδή έχουμε συνειδητοποιήσει ένα πράγμα. Έχουμε καταλάβει ότι υπάρχουν εκείνοι που αγωνιούν γι αυτές αλλά και άλλες ελλείψεις μας και αγωνίζονται για την κάλυψή τους. Και τα πρόσωπα αυτά είναι οι πολιτικοί ή τουλάχιστον ορισμένοι από αυτούς.
Αδιαμφισβήτητο παράδειγμα η συνειδητοποίηση από το υπουργείο Παιδείας μας ότι μας λείπει κάτι ακόμα. Και το ανακάλυψε, πριν καν εμείς, οι απλοί πολίτες, νιώσουμε τη συγκεκριμένη έλλειψη. Και τι ήταν αυτό που έλειπε από μια χώρα βουτηγμένη στην κρίση και την παρακμή; 
Μα μια ακόμα σχολή Αρχιτεκτονικής! 
Πώς μπορεί να μην καμαρώνουμε; Οι κακεντρεχείς, που δε λείπουν από πουθενά, θα πουν: «Σιγά την έλλειψη». Ναι αλλά θα βρεθώ εγώ, ο επίσης απλός πολίτης, και θα τους απαντήσω: «Βρε ανόητα, γι αυτό εσείς είστε εκεί που είστε και ο υπουργός είναι... υπουργός». Αυτός άλλωστε δεν είναι ο ρόλος των υπουργών και των πολιτικών εν γένει; Να σκέφτονται πριν από μας για εμάς. 
Πώς, βρε, μια χώρα δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων -που μειώνονται διαρκώς- να οδηγηθεί στην επιθυμητή ανάπτυξη διαθέτοντας μόνο έξι όλες κι όλες Αρχιτεκτονικές; Μπορεί; Όχι βέβαια. Η χώρα είχε βαλτώσει ακριβώς γι αυτό. Τώρα, με εφτά Αρχιτεκτονικές πλέον ο δρόμος της ανάπτυξης ανοίγει διάπλατα. Γίνεται λεωφόρος. Άλλοι διακόσιοι αρχιτέκτονες κάθε χρόνο στην αγορά λύνουν το πρόβλημα. Το φτωχό μυαλό του μέσου Έλληνα είναι σαφές ότι αδυνατεί να αντιληφθεί τις προοπτικές που διανοίγονται αλλά γι αυτό είμαι πάλι εγώ εδώ και προσπαθώ να διευκρινίσω το βαθυστόχαστο σκεπτικό. Νιώθω την υποχρέωση να το κάνω, γιατί οι φαρμακόγλωσσες θα μιλήσουν για ψηφοθηρία και για λαϊκισμό και για άσκοπες σπατάλες και για άλλα τέτοια που καμιά σχέση, κατά την ταπεινή γνώμη μου, έχουν με την πολιτική ζωή της χώρας μας. 
Κλαιγόμαστε για την κρίση, τα βάζουμε με θεούς και δαίμονες για την κατάντια μας, καταδικάζουμε συλλήβδην τους πολιτικούς για τη χρεοκοπία μας. Και βέβαια, ισχυριζόμαστε ότι επιθυμούμε την ανάπτυξη. Ωραία. Και πώς βρε κουτά θα οδηγηθούμε σε αυτήν; Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση; Ελάτε, δεν είναι δύσκολο. Βασική προτεραιότητα για την ανάκαμψη είναι, τι άλλο, ο σχεδιασμός! Υπόδειγμα λογικής σκέψης. Απίθανη κάθε αντίρρηση. Και ποιος βρε ανόητα ζωντόβολα μπορεί να αναλάβει την ευθύνη του σχεδιασμού; Ποιος μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από έναν αρχιτέκτονα; 
Τόσο απλό. Φτάσαμε ήδη στην ουσία της υπουργικής σκέψης. Αφού οι αρχιτέκτονες μπορούν να σχεδιάζουν καλύτερα από τον καθένα, χρειαζόμαστε μερικούς ακόμα τέτοιους. Και πού θα τους βρούμε; Εισαγωγή θα κάνουμε; Τις είδαμε κι αυτές. Κάτι Renzo Piano και Santiago Calatrava που φέραμε, τι έκαναν; Κάτι εργάκια, γεμάτα πρωτοπορία και καινοτομία, όλο πόζα και ιδέα. Οπότε θα τους δημιουργήσουμε μόνοι μας. Και πώς θα το πετύχουμε αυτό; Μα με την ίδρυση μιας ακόμα Αρχιτεκτονικής στα Γιάννενα. Τι έχετε να πείτε τώρα κακεντρεχείς και μικροπρεπείς; Μάλλον το παραμικρό. Έτσι είναι η ανάπτυξη. Απαιτεί μεγαλόπνοη σκέψη και αποφασιστικότητα. 
Θα μπορούσα να είμαι ήσυχος πια αλλά η αθλιότητα του μέσου Έλληνα δε με αφήνει. Θα βρεθούν, και τώρα, εκείνοι που θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν, να ειρωνευτούν και να αποδομήσουν το σκεπτικό. Εκείνοι που θα μιλήσουν για απόφαση που επαναπροσδιορίζει την έννοια της βλακείας, της ανοησίας και του λαϊκισμού μαζί. Συνηθισμένοι είμαστε από αυτά. Από μικρότητες που μας κρατούν πίσω, άλλο τίποτα. Θα πουν κάποιοι ότι δε μας χρειάζονταν άλλοι αρχιτέκτονες. Ότι ήδη διαθέτουμε πολλούς. Ότι αυτοί οι πολλοί αρχιτέκτονες βιώνουν την ανεργία, δεν έχουν αντικείμενο ενασχόλησης. Δείχνει λογικό αλλά δεν είναι. Αν ήταν, ήδη θα είχαμε εντοπίσει το δρόμο της ανάκαμψης. Συμβαίνει; Όχι βέβαια! Και τι δείχνει αυτό; Ότι το αρχιτεκτονικό δυναμικό της χώρας δεν επαρκεί. Και άρα πού καταλήγουμε πάλι; Φυσικά στην ανάγκη παραγωγής μερικών εκατοντάδων ακόμα αρχιτεκτόνων. 
Και δεν αντέχω πια την γκρίνια. Αν θέλουμε ανάπτυξη, είναι ανάγκη να επενδύσουμε σε αυτήν. Τα γούστα πληρώνονται. Ας δούμε την απόφαση με ανοιχτό πνεύμα. Μπορεί με τη συγκεκριμένη απόφαση να φορτωνόμαστε μερικά ακόμα οικονομικά βάρη ως βαρυγκωμούντες φορολογούμενοι αλλά τι σημαίνει αυτό μπροστά στην ανάπτυξη που θα φέρει. 
Απλώς σκέφτομαι: «Γιατί μόνο ΜΙΑ ακόμα Αρχιτεκτονική;».


Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Check in

Μεγάλη ανακάλυψη αυτό το facebook. Εντάξει, εφεύρεση είναι αλλά στο χωριό μου όλα ως ανακαλύψεις λογίζονται. Το αυτοκίνητο, o freddo cappuccino, το κινητό τηλέφωνο, το εμβόλιο για την ιλαρά, το espressάκι... όλα τα επιτεύγματα. Λες και ο Θεός (μάλλον αυτός) κάπου τα έχει κρυμμένα όλα αυτά και το ανθρώπινο γένος απλώς τα ξετρυπώνει σταδιακά. Διαόλου κάλτσα αυτό το ανθρώπινο γένος. Ανακάλυψη ή εφεύρεση καμιά σημασία έχει, γιατί το facebook είναι μεγάλο πράγμα, έτσι κι αλλιώς. 
Και νομίζω ότι ελάχιστοι θα διαφωνήσουν με την άποψη. Μέχρι εδώ όλα καλά. Θεωρώ το fb μεγαλειώδη «ανακάλυψη», επειδή δίνει εύκολα ταυτότητα στο χρήστη του. Πλέον, δεν είναι αναγκαίο να παρατηρούμε κάποιον για μεγάλο διάστημα σε στιγμές χαράς, θλίψης, πίεσης, ανεμελιάς, για να αντιληφθούμε την ποιότητά του. Αυτό ανήκει στο παρελθόν. Στη μετά fb εποχή κάτι τέτοιο απαιτεί δυο πράγματα: ελάχιστο χρόνο και... πρόσβαση στο internet. Μια γρήγορη περιήγηση στο fb ενός ατόμου δίνει όλες τις απαντήσεις. Το fb είναι ο καθρέφτης του χρήστη του. Για κάποιους είναι το ξεμπρόστιασμά τους. 
Η αίσθηση ότι το fb αποτελεί κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο, απελευθερώνει(;) το χρήστη του. Ναι αλλά το ημερολόγιο του παρελθόντος διέθετε κλειδαριά και συνήθως ήταν καταχωνιασμένο κάπου, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Το fb είναι συνήθως πιο... δημόσιο. Φωτογραφίες, check in, σχόλια και άλλες αναρτήσεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για λάθος εκτιμήσεις. Η αισθητική του καθενός σε κοινή θέα. Και δυστυχώς, επειδή ζούμε ακόμα τη φάση προσαρμογής στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, το fb γίνεται παγίδα για αρκετούς. Πιτσιρικάδες, έφηβοι αλλά -πόσο γραφικό- και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας χάνουν κάθε μέτρο. 
Προσωπικές φωτογραφίες από την πρωινή, τη μεσημεριανή ή τη βραδινή έξοδο, από την παραλία, από το πάρτι, από την εκκλησία, από την εκδρομή, από τη συναγωγή... κατακλύζουν το ψηφιακό σύμπαν. Ό,τι, στο παρελθόν, έκανε το κάθε τηλεοπτικό σαχλοκούδουνο στα περιοδικά, τώρα μπορεί να γίνεται από τον καθένα. Δυστυχώς. Φωτογραφίες αποκαλυπτικές, ερωτιάρικες, ρομαντικές, με πόζες όλο νάζι (αυτές με το πόδι σηκωμένο σαν σκυλί, με το πόδι λυγισμένο με χάρη κτλ). 
Και βέβαια τα σχόλια! Αχ και βαχ! «Κούκλααααα!», «κορμάρα μουουου!», «αγάπη μου!», «αγορίνα μου!», «καλέ τι παιδί είναι αυτοοό!». Σχόλια πιο βλαμμένα και από τις βλαμμένες φωτογραφίες, τις οποίες... σχολιάζουν. Πιστεύω ότι ακόμα και αν, με κάποιο τρόπο, ο Κουασιμόδος ο ίδιος αναρτούσε φωτογραφία του ή έκανε «check in» από το κωδωνοστάσιο της Παναγίας των Παρισίων, θα μάζευε το χαμό από «like» και σχόλια του στιλ «τι λεβέντης και καραμπουζουκλής είναι αυτός καλεεεεέ» και «Παναγιά μου, τι κορμοστασιά είναι αυτηηηή». Καταντάει γελοίο. Κι επειδή οι περισσότεροι διαθέτουν έναν κάποιο ναρκισσισμό σε συνδυασμό με ανοησία σε μεγάλες δόσεις, παρασύρονται εύκολα από κάθε κολακευτικό σχόλιο, όσο γελοίο κι αν είναι αυτό. Κάθε επόμενη ανάρτηση, λοιπόν, είναι και πιο... Πώς να το πω τώρα; Απομακρύνεται από το μέτρο και την αισθητική. Κάποιοι μάλιστα έχοντας χάσει κάθε όριο κάνουν και το άλλο. «Ανεβάζουν» μια προσωπική φωτογραφία ή κάνουν «check in» από κάπου και πατάνε «like» μόνοι τους σε αυτό που ανάρτησαν. Πολύ σοφό! Δηλαδή, τι λένε μ’ αυτό; «Καλέ, πόσο μου αρέσω» λένε; 
Κι αυτά τα «check in» τι εφεύρεση; Σε τι εξυπηρετούν; Τι ανάγκες καλύπτουν; Τι φοβούνται όλοι αυτοί; Φοβούνται μη και θεωρηθούν αγνοούμενοι; Μη χειρότερα. Άντε και θεωρηθούν. Χάθηκε ο Ερυθρός Σταυρός, χάθηκε το silver alert; Άμα λείψουν σε κάποιον, δε θα ψάξει να τους βρει; Αλλά αυτό φοβούνται. Ότι σε κανέναν δεν πρόκειται να λείψουν. Μα μπορεί να διασκεδάζει κάποιος, να του κόβεται η ανάσα από ένα τοπίο, να βρίσκεται δίπλα σε γοητευτικούς ανθρώπους και το μόνο που επιθυμεί εκείνη τη στιγμή είναι να κάνει... «check in»; Πόσο ζωντόβολο πρέπει να είναι κανείς για να διακόπτει μια στιγμή ευχαρίστησης για τέτοιες μπούρδες; Και η προσωπική ζωή βρε παιδιά; Καμιά ανάγκη για οτιδήποτε αποκλειστικό; Φτάνω σε σημείο να σκέφτομαι ότι τα συγκεκριμένα άτομα ακόμα και μπροστά σε κάμερες ασφαλείας τραπεζών, πολυκαταστημάτων, οδών, ποζάρουν και χαμογελούν βλακωδώς, μπας και μαζέψουν κανένα «like». 
Στέλεχος της Google, πριν λίγα χρόνια, δήλωνε ότι αρκετοί νέοι, στο άμεσο μέλλον, θα αναγκαστούν να αλλάξουν ταυτότητα για να απαλλαγούν από το κακό ψηφιακό παρελθόν τους. Ήδη υπάρχουν εταιρείες που αναλαμβάνουν, έναντι υψηλής αμοιβής, να σβήσουν το ψηφιακό παρελθόν των πελατών τους. Μια βλαμμένη φωτογραφία στο fb, ένα βλακώδες σχόλιο, μια ηλίθια ανάρτηση έχουν γίνει ήδη αιτίες απόρριψης ανθρώπων από μια καλοπληρωμένη θέση. Πλέον η ψηφιακή ζωή ενός ατόμου αποτελεί το βιογραφικό του. 
Η νέα γενιά πρέπει να καταλάβει κάτι απλό: εκείνος που πράγματι διασκεδάζει, γοητεύεται από κάτι, ζει συγκλονιστικές εμπειρίες, δε νιώθει την ανάγκη και δε σπαταλάει χρόνο για «check in». Απλώς απολαμβάνει τη στιγμή. Το «check in» είναι χάσιμο χρόνου.  

Ο κ. Ζάχος θα ήθελε να σχολιάζει κάθε check in και φωτογραφία που 
βλέπει στο fb αλλά κάποιοι του είπαν ότι τα σχόλιά του είναι 
πολύ ρεαλιστικά για να γίνονται αποδεκτά




Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

«Στο ΤΕΙ Λογιστικής Λάρισας με 18600+ μόρια;»

Η έκφραση του προσώπου του τα έλεγε όλα. Η προσπάθεια να αναπνεύσει επιβεβαίωνε την κατάσταση. Οι σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν στο μέτωπό του πρόσθεταν κάποιες ακόμα πινελιές στο δράμα. Τα ορθάνοιχτα μάτια του επιβεβαίωναν τον τρόμο που ζούσε. Ο τελειόφοιτος που είχα απέναντί μου ικέτευε με το ύφος του (λέξεις δεν έβγαιναν, παρά την προσπάθειά του) να τον σώσω από την απειλή και να τον απαλλάξω από τον τρόμο που τον είχε κυριεύσει... Είχα την αίσθηση ότι τον καταδίωκαν ο Μανιακός Δολοφόνος με το πριόνι ένα, τρία και δώδεκα μαζί, έχοντας τη συνδρομή του Τζακ του Αντεροβγάλτη και του "Ποιμένα", τον οποίο πρόσφατα διάβασα κατατάσσοντάς το στα χειρότερα αστυνομικά αναγνώσματα που γράφτηκαν ποτέ...
Ήταν ελάχιστα μόνο λεπτά πριν το κλείσιμο του φροντιστηρίου για τις θερινές διακοπές. Λίγο πριν είχαμε ξεμπερδέψει με τα τελευταία ραντεβού με γονείς που ήθελαν να ενημερωθούν και μαθητές που οριστικοποιούσαν το μηχανογραφικό τους. Η Άντα (το συνεταιράκι) κι εγώ, παραδόξως, είχαμε καταληφθεί από αυτό που περιγράφεται ως κατάσταση «ένθεης μανίας και έξαλλου ενθουσιασμού». «Παραδόξως» γιατί κανονικά(;;;) θα έπρεπε να είμαστε θλιμμένοι. Για αρκετό καιρό δεν θα έχουμε την... ευχαρίστηση που προσφέρει απλόχερα η καθημερινή επαφή με τους μαθητές. Για υπολογίσιμο διάστημα θα βρισκόμαστε μακριά από την γκρίνια, το άγχος, την ανοησία, την αδιαβασιά, την έλλειψη στόχων και άλλα εξαίσια πράγματα που πηγάζουν από το ανθρώπινο είδος που επιστημονικά αποκαλείται «μαθητής».
 
Τώρα που το καλοσκέφτομαι, βέβαια, τέτοια συναισθήματα μας καταλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία απομάκρυνσης από αυτό που λατρεύουμε(!) να κάνουμε: Να συγχρωτιζόμαστε με μαθητές. Περίεργο πράγμα αλλά έτσι είναι. Θυμάμαι κάποια στιγμή που η ΔΕΗ κατέβασε τους διακόπτες πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα δημιουργούσε πίεση στην κυβέρνηση. Είχαμε μάθημα και το σκοτάδι είχε ήδη απλώσει τα μαύρα φτερά του (πω πωωω, τι ωραία που γράφω!!!). Τα πάντα κυλούσαν ομαλά μέχρις ότου το σκοτάδι και τα φτερά του καλύψουν και τις αίθουσες, εξαιτίας της διαμαρτυρίας των υπαλλήλων της ΔΕΗ. Τα επόμενα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με αγώνα ταχύτητας μεταξύ μαθητών και καθηγητών με στόχο την άμεση εγκατάλειψη του κτηρίου, αφού το μάθημα ήταν αδύνατον να συνεχιστεί. Εννοείται ότι στον συγκεκριμένο αγώνα νικητές αναδείχτηκαν οι... καθηγητές. Με διαφορά. Μάλλον διαθέταμε πιο ισχυρά κίνητρα από τους «αντιπάλους». 

Τέλος πάντων, δεν είναι ώρα να θυμάμαι τέτοιες ευτυχισμένες στιγμές. Επανέρχομαι στο θέμα. Αν τώρα εσείς δεν θυμάστε το θέμα, πρέπει να ξαναδιαβάσετε την πρώτη παράγραφο.
 
Την ώρα, λοιπόν, που όλο χαρά μαζεύαμε τα μπογαλάκια μας, συνέβη αυτό που δεν θέλαμε επουδενί να συμβεί. Η κεντρική πόρτα άνοιξε και δυστυχώς γι αυτό δεν έφταιγε ο αέρας. Υπεύθυνος ήταν ο μαθητής που τον καταδίωκαν τα τρία ή και περισσότερα κακά της μοίρας του. Μετά από κάποιο χρόνο και προσπάθειες να τον ηρεμήσουμε, μας εξομολογήθηκε τον λόγο της επίσκεψής του. Τα πράγματα ήταν χειρότερα από ό,τι είχα φανταστεί. Το παιδί ήθελε να οριστικοποιήσει το μηχανογραφικό του. Το γράφω και, ακόμα, ανατριχιάζω! 
Όταν τον ρώτησα αν χρειαζόταν κάποιες διευκρινίσεις για σχολές, έλαβα αρνητική απάντηση. Μου είπε ότι το «πρόχειρο» μηχανογραφικό ήταν ήδη έτοιμο με τη βοήθεια μάλιστα ειδικού σε θέματα επαγγελματικού προσανατολισμού και ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν κάποιος να πιέσει το εικονίδιο «οριστικοποίηση». Τον κοίταξα με το στοργικό ύφος που με διακρίνει, όταν απέναντί μου έχω έναν μαθητή που αντιμετωπίζει οποιοδήποτε βλαμμένο πρόβλημα. 
Τον είχα του χεριού μου. Του είπα ότι φυσικά και θα γινόταν άρθρο. Του περιέγραψα με φρικιαστικές λεπτομέρειες το συγκεκριμένο άρθρο. Τον προειδοποίησα ότι το άρθρο δεν θα αποτελούσε... ύμνο για τον ίδιο. Δεν τον ενοχλούσε τίποτα από αυτά. Το μόνο που ήθελε, διακαώς, ήταν να με έχει δίπλα του τη στιγμή της οριστικοποίησης, ώστε «να μην κάνει καμιά βλακεία σε μια τόσο σημαντική στιγμή και επιλογή της ζωής του». 
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μια ακόμα γενιά που γεννήθηκε ενώ ήδη οι υπολογιστές είχαν κυριαρχήσει, δεν έχει ξεφύγει από το άγχος της χρήσης αυτού του εκπληκτικού εργαλείου. Μετά από ώρες απέναντι από μια ή και περισσότερες οθόνες, πάνω από ένα πληκτρολόγιο, η πλειονότητα των εκπροσώπων αυτής της γενιάς χρειάζεται την καθοδήγηση, τη σιγουριά, την ασφάλεια που μπορεί να της δώσει μια γενιά, η οποία από τους μαθητές χαρακτηρίζεται -και σε μεγάλο βαθμό είναι- ως ψηφιακά αναλφάβητη. Η αλήθεια είναι ότι λατρεύω αυτό που γίνεται. Είναι η «εκδίκηση» της γενιάς μου. Είναι η απάντηση στις λοιδορίες της. Είναι, όμως, πάνω από όλα κάτι που πραγματικά με γοητεύει και αγαπάω. Είναι μια από εκείνες τις στιγμές που μια προηγούμενη γενιά έρχεται πολύ κοντά με μια (κατά πολύ) επόμενη. Είναι η επιβεβαίωση του ότι αυτό που ξεκινήσαμε μαζί (εγώ και οι μαθητές μου), όσο κι αν δεν πίστευαν σε αυτό το «μαζί», έπρεπε και να το τελειώσουμε μαζί. Έστω κι αν η συμβολή μου ήταν απλώς μερικές λέξεις: «Πάτα το εικονίδιο “οριστικοποίηση” και μη φοβάσαι. Απλώς σου ανοίγει μια υπέροχη νέα φάση ζωής». 

ΥΣ Κάποιοι θα αναρωτηθούν τι σχέση έχει ο τίτλος με το κείμενο. Έχει και παραέχει, γιατί κάθε παιχνίδι που κάνω με τους μαθητές μου πρώτα το δοκιμάζω στο αγαπημένο πειραματόζωό μου. Τον γιο μου! Όταν, λοιπόν, και μετά την ανακοίνωση των βαθμών, τον προέτρεψα να συμπληρώσει το μηχανογραφικό του, με κοίταξε με μια δόση ταραχής στο βλέμμα του. Βέβαια, αδυνατούσε να ομολογήσει τον φόβο του. Είναι ιδιαίτερα ευφυής για να καταλάβει ότι η προοπτική των «Ηλεκτρολόγων Μηχανικών», της σχολής που επιθυμεί, δεν ταίριαζε με το άγχος που ένιωθε απέναντι στη διαδικασία. Με αργές και μελετημένες κινήσεις άνοιξε την ηλεκτρονική σελίδα του Μηχανογραφικού. Έριξε μια ματιά στα πρώτα βήματα και με αποφασιστικότητα πάτησε το εικονίδιο της... «Ακύρωσης» ξεφυσώντας με ανακούφιση. Απλώς με κοίταξε και μου είπε: «Θα το συμπληρώσω με την Ιωάννα (υπεύθυνη προσανατολισμού του φροντιστηρίου). Τι θέλεις τώρα; Να κάνω κανένα λάθος και με 18600+ μόρια να βρεθώ στο ΤΕΙ Λογιστικής Λάρισας!!! Και δεν με νοιάζει να γίνω ένα ακόμα άρθρο!». Μου γύρισε την πλάτη και ήρεμος συνέχισε ένα παιχνίδι με τέρατα στον υπολογιστή του!




Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Και τώρα, τι θα πούμε στα παιδιά;

Η μετανάστευση είναι τραγικό πράγμα για το λαό μας. Έγινε ποίημα, τραγούδι και ασπρόμαυρες δραματικές ταινίες. Έχει ποτιστεί με δάκρυ, έχει ντυθεί στα μαύρα, έχει συνδεθεί με αναφιλητά και ασπασμούς και πόνο. Λογικά όλα αυτά στο παρελθόν. Τότε που ακόμα και η εσωτερική μετανάστευση από το χωριό στη μεγαλούπολη συνδεόταν με απόσταση, χρονοβόρες μετακινήσεις, δυσκολίες οποιασδήποτε επικοινωνίας.
Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετανάστευση δε σημαίνει κι αποχωρισμός. Οι ευκολίες στην επικοινωνία και τη μετακίνηση, θα μπορούσαν να την έχουν απαλλάξει από οποιαδήποτε τραγικότητα. Ναι, αλλά κάτι τέτοιο δε συμβαίνει εδώ. Ο Έλληνας θέλει τον πόνο του και η μετανάστευση αποτελεί μια ακόμη πηγή γι αυτόν.
Ένας λαός που τρέφεται από τη μιζέρια είναι λογικό να πονάει κάθε φορά που ένας ακόμη νέος αποφασίζει να πάρει των ομματιών του και να την κάνει για τα ξένα. Αδυνατώ, όμως, να καταλάβω την αδράνεια του συγκεκριμένου λαού απέναντι στη μετανάστευση. Αν πράγματι όλοι αυτοί που τόσο πολύ πόνο νιώθουν εξαιτίας της φυγής των νέων προς άλλες πατρίδες, γιατί δεν κάνουν κάτι γι αυτό; Πιθανότατα η απάντηση συνδέεται με τις διανοητικές ικανότητές τους. Δυσκολία απέναντι σε οποιαδήποτε σκέψη και αδυναμία εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων.
Κι όμως, τα πράγματα είναι απλά. Αρκεί μια λογική σειρά σκέψεων. Τι φταίει, λοιπόν, για τη μετανάστευση των νέων; Τι οδηγεί όλο και περισσότερους και καλύτερους στην αναζήτηση τύχης σε άλλη γη, σε άλλα μέρη; Μα φυσικά, φταίει η έλλειψη προοπτικής. Δουλειές με προοπτική δεν υπάρχουν και δε φαίνονται ούτε καν με το κιάλι στο μακρινό ορίζοντα. Έκλεισε κι αυτό το έρμο το Δημόσιο, όπου κάθε πικραμένος μπορούσε να βολευτεί σε βάρος των υπολοίπων. Βασικός αλλά όχι ο μόνος λόγος. Φταίει επίσης, η αναξιοκρατία, η αίσθηση αδικίας, η δημοκρατία της μετριότητας που έχει μπαστακωθεί και δε λέει να ξεκουνηθεί. Φταίει η έλλειψη αισθητικής που κυριαρχεί στην καθημερινότητά μας, η έλλειψη σεβασμού, ποιότητας, διάθεσης για ανανέωση, για οποιαδήποτε κίνηση προς τα εμπρός.
Και ποιος φταίει για όλα τα παραπάνω; Οι πολιτικοί. Εκείνοι που μας κυβέρνησαν, που μας κυβερνούν και που πρόκειται -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- να μας κυβερνήσουν. Κι αυτοί οι πολιτικοί φυτρώνουν από μόνοι τους; Τους φέρνει ο πελαργός; Τους στέλνει κάποιος θεός; Τίποτα από τα παραπάνω; Ορίστε και η ερώτηση πολλαπλής επιλογής. Σωστή απάντηση: «Τίποτα από τα παραπάνω». Και ποιος... φέρνει τους πολιτικούς που μας έχουν ρημάξει; Φυσικά εμείς. Τους φέρνουμε, τους ανεχόμαστε, τους αφήνουμε να ασκούν μια πολιτική που ευνοεί τη φυγή των πιο άξιων τέκνων της πατρίδας μας.
Εδώ όμως, έρχεται η δική μου αδυναμία να καταλάβω. Κι αφού εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τους πολιτικούς, γιατί δεν κάναμε το παραμικρό για να τους αλλάξουμε στις τελευταίες δημοτικοπεριφερειακοευρωεκλογές; Στηρίξαμε όσους μας έδωσαν υποσχέσεις, όσους στηρίζουν την έλλειψη αξιολόγησης, εκείνους που θα επαναφέρουν τους μισθούς που παίρναμε, αυτούς που δεν τολμούν να ομολογήσουν τον αριθμό υπαλλήλων που πρέπει να εκδιωχθούν από το δημόσιο κ.τ.λ. Για μια ακόμη φορά στρέψαμε τα οπίσθιά μας σε εκείνους που προσπάθησαν να μας πουν την αλήθεια. Οπότε γιατί τώρα ακούω γκρίνιες και ψυχοπαραπονιάρικα για τη μετανάστευση των νέων;
Κι όταν ακούω τα πατριωτικά περί ανάγκης να μείνουν οι νέοι εδώ, να παλέψουν, να κάνουν υπομονή και θα έρθουν καλύτερες μέρες και... προσωπικά πλέον τα ακούω ολίγον βερεσέ. Τι μπορώ να πω στο νέο που θα ζητήσει την άποψή μου; Μπορώ να του πω να μείνει εδώ και να αγωνιστεί; Να αγωνιστεί απέναντι στο τι; Μήπως μπορώ να του πω να μείνει και να γίνει ίδιος με τους υπολοίπους για να επιβιώσει; Μπορώ να επιχειρηματολογήσω περί πατρίδας και άλλα τέτοια όμορφα; Και τι είναι η πατρίδα άλλωστε; Πατρίδα είναι απλώς ο τόπος που ο καθένας μας γεννήθηκε τυχαία; Όχι! Πατρίδα είναι ο τόπος που σου δίνει ευκαιρίες, που αναγνωρίζει την προσπάθειά σου, που περιορίζει τα εμπόδια, που επιδιώκει τη συνεχή αξιολόγηση των πάντων -ακόμη και κυρίως των εκπαιδευτικών της- που σε κάνει, με απλά λόγια, να αισθάνεσαι καλά.
Τι να πω στα παιδιά που θα ζητήσουν την άποψή μου; Ότι βλέπω προοπτική μετά το νέο ανασχηματισμό; Πού να βρω και ένα έστω επιχείρημα; Στα πρόσωπα που στείλαμε στην Ευρωβουλή ή μήπως σε εκείνα που στελεχώνουν την κυβέρνηση πλέον; Μήπως στα πρόσωπα που ελπίζουν να μας κυβερνήσουν μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές; Μπορώ να το κάνω αυτό; Σίγουρα όχι. Οπότε οι καλύτεροι, οι πιο δυναμικοί, οι πιο ευφυείς νέοι θα συνεχίσουν να φεύγουν. Μάλλον είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον, κάτι μπορώ να πω αλλά όχι στη νέα γενιά. Κύριοι Σαμαρά, Τσίπρα, Βενιζέλο, ψεκασμένοι Έλληνες... πιθανώς με το λαϊκισμό σας, με την έλλειψη ποιότητας και αισθητικής των υποσχέσεων και των επιλογών σας να κερδίσατε το πολιτικό μέλλον σας. Όμως, κύριοι, με τις ίδιες αυτές επιλογές σίγουρα χάσατε μια (ακόμα) υπέροχη γενιά. Κι αυτό μπορώ να το ισχυριστώ με τη βεβαιότητα ενός ανθρώπου που την έζησε (και πάλι) από κοντά.


Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Πού θα κινηθούν οι βάσεις;


Στην Ελλάδα της κρίσης, αν κάτι δεν πρόκειται να γνωρίσει ποτέ κρίση είναι οι... εκτιμήσεις. Εκτιμήσεις για την πορεία της οικονομίας, για τα αποτελέσματα των εκλογών, για τον καιρό, για τον τουρισμό... Εκτιμήσεις για όλους και για όλα. Πρόκειται, βέβαια, για εκτιμήσεις που γίνονται απλώς για να... διαψευσθούν. Αμέσως μετά οι «εκτιμητές», αντί να ρίξουν μια ξεγυρισμένη αυτοκτονία από την ντροπή, προσπαθούν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα, χωρίς ίχνος από το προαναφερθέν συναίσθημα. Για τη διάψευση των περισπούδαστων εκτιμήσεών τους φταίνε πάντα οι άλλοι και όχι η παντελής άγνοια των ιδίων. Φυσικά. Ο ανάδρομος Ερμής, κάποια -από τις πολλές- συνωμοσία, πλέον η τρόικα, το πέταγμα μιας πεταλούδας στην Ιαπωνία, οι ψεκασμοί που δεχόμαστε παντοιοτρόπως και κυρίως ο ανθρώπινος παράγοντας που λειτούργησε αγνοώντας τις εκτιμήσεις των ειδημόνων.
Συμπέρασμα: Μην αναλώνεστε σε μελέτη εκτιμήσεων, παρά μόνο αφού αυτές διαψευστούν παταγωδώς.
Σοφή συμβουλή ιδίως για τους μαθητές που πρόσφατα συμμετείχαν στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Γιατί ανάμεσα στις εκτιμήσεις, τη συγκεκριμένη περίοδο, κυριαρχούν εκείνες για την κίνηση των βάσεων εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι πια θεσμός. Κάτι σαν τις καταλήψεις των σχολείων ή ακόμα καλύτερα σαν τη μέρα της μαρμότας. Πρόκειται για θέμα που τραβάει σαν μαγνήτης. Οπότε κάθε σχετικός(;), κυρίως, όμως, άσχετος πετάει μια εκτίμηση με μόνο στόχο την προσέλκυση της προσοχής ενός πολυπληθούς κοινού.
Άγχος και πανικός. Δε μας φτάνει που κάθε πρωί πρέπει να μελετάμε τις αστρολογικές προβλέψεις, πρέπει να ασχολούμαστε και με τη μελέτη των... «βασιακών» προβλέψεων. Πού χρόνος για όλο αυτό; Τι είμαστε πια οι Έλληνες; Τίποτα τεμπέληδες που δεν έχουν δουλειά να κάνουν είμαστε;
Προσωπικά αδυνατώ να καταλάβω τη χρησιμότητα των συγκεκριμένων εκτιμήσεων. Άντε και μας είπαν οι προφήτες πού θα κινηθούν οι βάσεις. Τι να την κάνει πια ο μαθητής την ενόρασή τους; Μπορεί να πάει και να ζητήσει πίσω το γραπτό που παρέδωσε, ώστε να το βελτιώσει για να ανταποκρίνεται στις εκτιμήσεις; Ωραία θα ήταν αλλά ανέφικτο. Αν, λοιπόν, ένας μαθητής δεν τα πήγε καλά -με βάση τις εκτιμήσεις πάντα- τι μπορεί να κάνει; Να πάρει τα βουνά για να γλιτώσει την κατακραυγή; Να φύγει για τα ξένα μπας και αποφύγει τις μπούφλες των γονιών; Να αυτοκτονήσει ρίχνοντας μούντζα στη ματαιότητα του κόσμου; Ε; Σε τι άραγε ωφελούν όλες αυτές οι εκτιμήσεις; Να γίνονταν νωρίτερα, ίσως πριν τις Πανελλαδικές ή με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, να πω ότι σε κάτι θα χρησίμευαν!!!
Και εκείνοι που τις δημοσιεύουν, άντε και ικανοποιούν το ναρκισσισμό τους. Ναρκισσισμό και σαδισμό μαζί. Εκρηκτικό μείγμα! Αμ εκείνοι που κάθονται και τις μελετούν; Τι να πει κανείς μ’ αυτούς; Τι φοβερός μαζοχισμός! Δηλαδή τι επιδιώκουν; Ανοίγουν τα μάτια το πρωί και σκέφτονται «πώς θα κάνω τα νεύρα μου τσιάταλο;». Άλλο σκοπό δεν έχουν από το να φτάνουν την πίεσή τους στα ύψη; Μπορεί ο θάνατος από εγκεφαλικό να αποτελεί όνειρο κάποιου ανθρώπου και δη μαθητή; Μη χειρότερα.
Να σοβαρευτώ. Εννοώ να σοβαρευτώ περαιτέρω. Εννοώ με τα κριτήρια του... «μέσου» ανθρώπου, δηλαδή εκείνου που δε διαθέτει ίχνος χιούμορ. Οι βάσεις καθορίζονται από πολλούς παράγοντες. Κάποιοι είναι μετρήσιμοι και δεδομένοι. Σε λίγες μέρες, για παράδειγμα, θα γνωρίζουμε τι έγραψε ο κάθε μαθητής σε κάθε μάθημα και θα το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Ωραία. Αυτό, λοιπόν, είναι μέγεθος μετρήσιμο. Μπορούμε, επίσης, να εικάσουμε τις επιθυμίες αρκετών μαθητών -σίγουρα όχι όλων. Δεν επιθυμούν όλοι να γίνουν γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, ιχθυοκαλλιεργητές ή κοινωνικοί εργάτες. Μπορεί να το επιθυμούν οι γονείς τους αλλά όχι οι ίδιοι. Ή και το αντίθετο. Και πλέον νέες παράμετροι κάνουν την εμφάνισή τους δυναμικά ανατρέποντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Η οικονομική κρίση, για (δεύτερο) παράδειγμα, διαμόρφωσε νέα δεδομένα. Υπάρχουν μαθητές που κινήθηκαν σε άριστο επίπεδο επιδόσεων. Αυτοί θα μπορούσαν να διεκδικήσουν μια από τις πιο φιρμάτες σχολές αλλά αδυνατούν να το κάνουν. Σκέφτονται πιο πρακτικά. Όλο και λιγότεροι μπορούν να αντεπεξέλθουν στα έξοδα διαμονής και διαβίωσης μιας μεγαλούπολης. Αρκετοί θα προτιμήσουν μια σχολή της πόλης τους ή κοντά σ’ αυτή, ώστε να αποφύγουν τα έξοδα του ενοικίου, του ψυχολόγου που θα βοηθούσε στην προσαρμογή στο νέο περιβάλλον, της γυναίκας που θα καθάριζε το σπίτι...
Όλα αυτά, όμως, θα επηρεάσουν τις βάσεις και καθιστούν οποιαδήποτε εκτίμηση αβάσιμη. Θα γνωρίζουμε με ακρίβεια «πού θα κινηθούν οι βάσεις», μόνο όταν και ο τελευταίος μαθητής καταθέσει το μηχανογραφικό του. Μέχρι τότε, δυστυχώς, θα συνεχίσει να μας καταδιώκει ο λαϊκισμός των ψευδοπροφητών. Θα δεχόμαστε έναν βομβαρδισμό εκτιμήσεων που, σε μεγάλο βαθμό, απλώς θα διαψευστούν. Οι φετινές βάσεις, όπως κάθε χρονιά, θα εξαρτηθούν από μια πορεία δράσεων που ξεκίνησε από τις εξετάσεις και πρόκειται να ολοκληρωθεί με την επεξεργασία των μηχανογραφικών που θα κατατεθούν οσονούπω.
Μέχρι τότε απλώς ας σεβαστούμε τους μαθητές και τις οικογένειές τους, χωρίς διάθεση εκμετάλλευσής τους. Ας τους δώσουμε χρόνο και χώρο να ανασάνουν, να σκεφτούν, να κάνουν την αυτοκριτική τους, να χαλαρώσουν, να επαναπροσδιορίσουν, να ονειρευτούν και κυρίως να σχεδιάσουν το μέλλον τους. Κι αυτό -το μέλλον- θα είναι λαμπρό για όσους είναι αποφασισμένοι να αγωνιστούν. Όχι αναγκαστικά για όσους θα αριστεύσουν στις Πανελλαδικές.

Ο κ. Ζάχος εύχεται σε όλους τους μαθητές να βρουν το δρόμο που τους ταιριάζει.