Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά…

Απελπισία!!! Αν με μια λέξη προσπαθούσα να χαρακτηρίσω την κατάσταση, θα ήταν αυτή (εννοώ την πρώτη λέξη του κειμένου μου που είναι η «απελπισία»). Μου φαίνεται ότι όσο κι αν το παλέψει κανείς, δύσκολα θα την αποφύγει την κατάθλιψη. Λες και το Σύμπαν ολόκληρο έχει βαλθεί να ξεκάνει το περιούσιο και περίλαμπρο έθνος μας. Η μόνη περίπτωση να τη γλιτώσουμε και να τη βγάλουμε καθαρή είναι ένα θαύμα σαν κι αυτά που βρίσκει κανείς στους «βίους αγίων», στην Παλαιά αλλά και στην Καινή Διαθήκη. Σε κάθε άλλη περίπτωση τη βάψαμε.
Ακόμα και οι απλές καθημερινές συνήθειες του πολύ πρόσφατου παρελθόντος μας έχουν καταλήξει πλέον πιο επικίνδυνες κι από το Δαίμονα της Τασμανίας. Μέχρι και τον Αύγουστο που μας πέρασε όλα κυλούσαν φυσιολογικά. Βγαίναμε με φίλους, διαβάζαμε εφημερίδα, αγοράζαμε βιβλία, κάναμε βόλτα στην αγορά. Γενικά το διασκεδάζαμε το πράγμα χαλαρά και όμορφα. Βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι μέχρι και τον Αύγουστο όλα ήταν εντάξει. Ούτε κρίση είχαμε ούτε τίποτα. Η κρίση, όπως πολύ καλά ήδη γνωρίζαμε, ήρθε το Σεπτέμβριο. Έτσι άλλωστε είχε προβλέψει ο Νοστράδαμος, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλοι πολλοί, πιο σύγχρονοι προφήτες. Ήρθε η κρίση και κάθισε στο σβέρκο μας σαν μια γερή κατραπακιά. Είδαμε τον ουρανό σφοντύλι! Όλα όσα μέχρι πρότινος θεωρούσαμε απλά, δεδομένα και ανθρώπινα εξαφανίστηκαν τόσο μαγικά, όσο κι ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, ο γνωστός θαυματοποιός.
Κοιτάζω πλέον τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και σφίγγεται η ψυχή μου. «Η κρίση θα κρατήσει χρόνια», «Η Ελλάδα οδηγείται σε πτώχευση», «Ψαλίδι σε μισθούς και συντάξεις», «Με λουκέτο κινδυνεύουν χιλιάδες επιχειρήσεις», «Κι άλλος θάνατος από το κουνούπι του Νείλου», «Αισιόδοξος ο πρωθυπουργός για το μέλλον…»!!! Λες και όλα αυτά πρέπει να διαθέτει κανείς την ευστροφία του Αϊνστάιν για να τα ξέρει, λες και πρέπει να διαθέτει κληρονομικό χάρισμα ενόρασης για να γνωρίζει ότι η κρίση δηλώνει πλέον μόνιμος κάτοικος Ελλάδας. Ή μήπως είναι καινούριο φρούτο το ότι η χώρα μας οδηγείται σε πτώχευση; Δηλαδή, κάποια άλλη στιγμή οδηγιόταν στον πλούτο και στην ανάπτυξη και τώρα ξαφνικά έχασε το δρόμο και παραστράτησε; Μα αυτό δε λέγεται ενημέρωση, σαδισμός λέγεται και μάλιστα στη χειρότερη ιστορικά μορφή του. Τέτοιο ζήλο να μας υπενθυμίζουν συνεχώς από τη μια, το χάλι μας και από την άλλη, την αφασία του πολιτικού κόσμου δεν έχω ξαναδεί!
Κι άντε οι δημοσιογράφοι ξέρουν ότι το δράμα πουλάει οπότε και το … πουλάνε σε υπερβολικές δόσεις. Όσο όμως κι αν ψάξει κανείς, παρηγοριά δε βρίσκει. Μπαίνω σε βιβλιοπωλεία για να δω αν «παίζει» κάτι αισιόδοξο, ελπιδοφόρο και χαρούμενο εκεί και κόβεται η ανάσα μου. Τι τίτλοι είναι αυτοί που έχουν κατακλύσει τα ράφια; «Μαύρος είναι ο χειμώνας που γεννήθηκες», «Αγαπώ σημαίνει χάνομαι», «Το τελευταίο τσιγάρο», «Η ταπείνωση», «Νηπενθές», «Βοήθημα Μαθηματικών Γ΄ Λυκείου»!!! Μη χειρότερα! Σε βιβλιοπωλείο μπήκα ή στο μαγαζί του μανιακού δολοφόνου με το πριόνι; Τι σόι άνθρωπος αυτή την περίοδο θα αγοράσει και θα διαβάσει βιβλίο με τίτλο «Νηπενθές»; Αμ δε ρίχνει κατευθείαν μια αυτοκτονία να ησυχάσει άπαξ; Δηλαδή, το μόνο που λείπει είναι να επανεκδοθούν το «Χωρίς Οικογένεια», οι «Άθλιοι», ο «Όλιβερ Τουίστ», τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», ο «Ο Θάνατος του Εμποράκου» και άλλα κλασικά δακρύβρεχτα δράματα. Μα αν δεν μπορώ να βρω παρηγοριά, στήριξη, αισιοδοξία και δύναμη ούτε στην Τέχνη, πού θα τη βρω; Αν η Τέχνη αδυνατεί να μας βοηθήσει να ονειρευόμαστε, ποιος στο καλό θα το κάνει; Οι πολιτικοί θα το κάνουν; Σιγά και μην…
Και εντάξει, να μην τα ισοπεδώνω όλα, γιατί κάποιοι πολιτικοί με πρώτο και καλύτερο τον πρωθυπουργό μας το πάλεψαν. Θυμηθείτε την προεκλογική ατάκα του πρωθυπουργού, πριν γίνει πρωθυπουργός: «Λεφτά υπάρχουν»! Και να το όνειρο, να η ελπίδα, να η αισιοδοξία, να και η ψήφος. Και άντε να τον βγάλουμε το Γιώργο το λεβέντη για να μας πει κι εμάς πού είναι κρυμμένα τα λεφτά, μπας και δούμε άσπρη μέρα. Κάπως έτσι την πατήσαμε. Γιατί μπορούσα εγώ, ο απλός πολίτης, να σκεφτώ ότι κοτζάμ άντρας έλεγε ψέματα; Δηλαδή, και σύνθετος πολίτης να ήμουν, τέτοιο πράγμα δε θα περνούσε από το μυαλό μου. Πού να το φανταστώ κι εγώ και πολλοί άλλοι ότι όταν ο νυν πρωθυπουργός έλεγε ότι «λεφτά υπάρχουν» εννοούσε ότι λεφτά υπάρχουν αλλά δεν τα έχουμε εμείς αλλά το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή και η Παγκόσμια Τράπεζα; Αμ αυτό το γνώριζε και η κουτσομούρα που έφαγα προχθές.
Εδώ που τα λέμε τώρα, οι μόνοι που δεν πρέπει να έχουν καταλάβει ακόμα ότι τα λεφτά τελικά δεν τα έχουμε εμείς είναι αυτοί που κατακλύζουν ολημερίς και ολονυχτίς τα «καφέ» και χαζολογάνε μέσα στην αφασία. Αυτοί σίγουρα ζουν στην κοσμάρα τους και περιμένουν τη στιγμή που η κυβέρνηση θα ξετρυπώσει τα λεφτά αρχίζοντας τη μοιρασιά αδιακρίτως. Δεν εξηγείται αλλιώς να κάθονται ο ένας επάνω στον άλλο, να κοντεύουν να πάθουν ασφυξία και να χαίρονται κιόλας πληρώνοντας τον καφέ χρυσάφι και το ποτό μάλαμα!
Πάντως και τελικά, νομίζω ότι αυτοί οι αφασίες είναι πολύ καλύτεροι από όλους τους άλλους που έχουν κάνει την κρίση σημαία και την περιφέρουν όλο καμάρι δεξιά κι αριστερά και στο κέντρο. Δεν τολμάς πια να ρωτήσεις κάποιον «τι κάνεις;» ή «πώς πάει;». Ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάθλιψης ακόμα κι εκεί. Η απάντηση δεδομένη: «Έλα μωρέ, τι να κάνω; Κρίση»!!! Μια τρέλα. Και οι περισσότεροι από αυτούς νιώθουν χάλια όχι γιατί η κρίση σε κάτι τους επηρέασε αλλά γιατί απλώς τους είπαν ότι … υπάρχει και είναι κάτι κακό! Αν, δηλαδή, αύριο βγει κάποιος και ανακοινώσει ότι φτάνουμε στο τέλος της κρίσης, όλοι αυτοί θα αρχίσουν και πάλι να ξοδεύουν και να είναι μέσα στην τρελή χαρά σα να μη συμβαίνει τίποτα! Δεν το χωράει ο νους μου αυτό που έπαθε ο τόσο λεβέντικος και ζουμπουρλούδικος λαός μας. Εμείς που χτίσαμε τον Παρθενώνα κι ένα σωρό αυθαίρετα, να μην μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι!!! Μωρέ καλά το λέει το άσμα, «μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά» και δυστυχώς μαύρη είναι και στους κάμπους, να συμπληρώσω εγώ! Γλυτωμό δεν έχουμε πουθενά!

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι πρώτες λέξεις...

Σε λίγες μέρες, τα σχολεία (που είναι η παιδεία) ανοίγουν τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους μαθητές. Τα φροντιστήρια (που είναι η παραπαιδεία) ήδη το έχουν κάνει. Θα μπορούσα με ιδιαίτερη ευκολία να γράψω ένα κείμενο συγκινητικό που θα σας προκαλούσε θλίψη, πλάνταγμα στο κλάμα και βαθείς αναστεναγμούς από το συναίσθημα. Θα αναφερόμουν στη ζωντάνια που θα αποκτήσουν οι άδειοι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού χώροι, στις χαρούμενες παιδικές και εφηβικές φωνές που θα ξαναζωντανέψουν τα, για πολλούς(!) μήνες, νεκρά κτήρια. Θα περιέγραφα με τρόπο γλαφυρό τα συναισθήματα όσων παιδιών για πρώτη φορά θα διαβούν το κατώφλι της γνώσης κι εκείνων που θα ξαναβρούν φίλους, παρέες, καινούρια πρόσωπα, δασκάλους. Λοιπόν, όσο το σκέφτομαι, θα μπορούσα να σας κάνω να ρίξετε τόσο δάκρυ που θα λύναμε μια και καλή το πρόβλημα της έλλειψης νερού που ταλανίζει τον πλανήτη.
Θα μπορούσα αλλά δε θα το κάνω. Εκείνο που σκεφτόμουν προσωπικά είναι το πόσο σημαντική είναι η εναρκτήρια μέρα της σχολικής χρονιάς (κάθε σχολικής χρονιάς) για το μέλλον των παιδιών και άρα της κοινωνίας μας. Σκεφτόμουν πόσα χάνουμε και πόσα θα μπορούσαμε να κερδίσουμε από την ποιότητα και το περιεχόμενο αυτής της πρώτης μέρας. Και μάλιστα χωρίς ο προϋπολογισμός του υπουργείου παιδείας να αυξηθεί στο ελάχιστο.
Έχω στο μυαλό μου την εικόνα χιλιάδων μαθητών να μπαίνουν στις αίθουσες, να τραβολογιούνται προσπαθώντας να προλάβουν την αγαπημένη θέση τους, να μαλλιοτραβιούνται ώστε να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με τον καλύτερο φίλο τους, να καθίσουν κοντά στην «έδρα», αν είναι φυτά ή μακριά της, αν πρόκειται για φυσιολογικά παιδιά. Γενικά έχω στο μυαλό μου έναν χαμό ικανό να τρελάνει ακόμα και ένα αναισθητοποιημένο μύδι! Κάποια στιγμή εμφανίζεται ένας εκπαιδευτικός. Τα παιδιά παίρνουν τις θέσεις τους -εκτοξεύοντας ανήκουστες απειλές σε εκείνον που πρόλαβε να πιάσει τη θέση που ονειρεύονταν- η κατάσταση ηρεμεί και όλοι περιμένουν να καταλαγιάσει η ανυπόφορη σκόνη.
Ο εκπαιδευτικός παίρνει τη θέση του, καλωσορίζει τους μαθητές και τους εύχεται «καλή χρονιά». Η αμέσως επόμενη στιγμή είναι καθοριστική. Από την επιλογή του τρόπου με τον οποίο ο εκπαιδευτικός θα χαριεντιστεί ή θα προσεγγίσει τους παλιούς και καινούριους μαθητές του κρίνονται σε μεγάλο βαθμό τα πάντα. Το μέλλον, η ποιότητα, οι επιλογές των μαθητών ακόμα και η πορεία της χώρας μας για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν ο εκπαιδευτικός στρέψει ή επιτρέψει η κουβέντα να στραφεί γύρω από τις εξελίξεις στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, στη μεταγραφή του Στραβοκάνη, στο τηλεοπτικό σύμπαν, στο νέο cd της Κούλας Μπούλας ή σε άλλα απύθμενης βλακείας θέματα, τότε το παιχνίδι θα έχει χαθεί. Οι πιο βαρετοί μαθητές -άτομα χωρίς ουσιαστικά ενδιαφέροντα- θα αποκτήσουν φωνή και θα παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην πλάνη ότι το «τίποτα» σημαίνει «κάτι», θα συνεχίσουν να βρίσκουν ενδιαφέρουσα την ερώτηση: «τι ομάδα είσαι;», να πληροφορούνται για τα «επώνυμα» τηλεοπτικά ή άλλα σαχλοκούδουνα. Κάθε αναζήτηση που θα τους βελτίωνε θα πάει περίπατο και μάλιστα μακρινό. Την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι μαθητές που δε βρίσκουν ενδιαφέρον στην απλοϊκότητα της μπούρδας θα νιώσουν παρείσακτοι και μάλλον περίεργοι. Ο εκπαιδευτικός με την επιλογή ή την ανοχή του -αυτό είναι χειρότερο- θα έχει ωθήσει κάποια παιδιά σε πρακτικές που τα οδηγούν σε αδυναμία να κατανοήσουν ακόμα και ένα απλό κείμενο. Κάποτε θα το κάνει γιατί ο ίδιος αισθάνεται πιο άνετα ανάμεσα σε μαθητές χωρίς ουσιαστικές αναζητήσεις, προβληματισμούς και όνειρα. Παράλληλα, θα έχει περιορίσει μαθητές με ενδιαφέροντα και καλλιέργεια.
Ας αφήσουμε τέτοιες αίθουσες που για μια ακόμα χρονιά, μάλλον, θα αποτελέσουν την πλειονότητα κι ας μεταφερθούμε σε κάποιες άλλες που ελπίζω και εύχομαι να αυξηθούν. Σ’ αυτές μπαίνει ένας εκπαιδευτικός που έχει καταλάβει το ρόλο του και έχει αναλάβει την ευθύνη της βελτίωσης των παιδιών και της κοινωνίας μας. Ο εκπαιδευτικός χαμογελαστός περιμένει τα παιδιά να πάρουν τις θέσεις τους, τα καλωσορίζει και τους εύχεται τα καλύτερα. Αμέσως μετά αδιαφορεί για ερωτήσεις που στρέφονται σε απλοϊκά βαρετά θέματα, γεγονός που κάνει αρκετούς μαθητές να τα χάνουν και να σκέφτονται: «είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος που δε βρίσκει ενδιαφέρον και χαρά σε συζητήσεις για το ποδόσφαιρο και την τηλεόραση»; Ο εκπαιδευτικός έχοντας ήδη ανατρέψει το απλοϊκό Σύμπαν των περισσοτέρων, κοιτάζει τα παιδιά και με καλοσυνάτη περιέργεια τα ρωτάει: «Ποια βιβλία διαβάσατε το καλοκαίρι»;
Το φαντάζεστε; Κάποια -μάλλον λίγα- παιδιά που διάβασαν το καλοκαίρι θα νιώσουν άνετα, θα βρουν χώρο και στήριξη στον εκπαιδευτικό, θα αισθανθούν ότι δεν είναι «οι περίεργοι» και θα αρχίσουν να μιλούν για την εμπειρία τους. Θα βιώσουν την προσοχή, τη συμπάθεια, την αναγνώριση και τη συμπαράσταση του εκπαιδευτικού. Θα συνεχίσουν να διαβάζουν και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους ακόμα πιο δυναμικά. Δε θα κρύβουν τις επιλογές τους με το φόβο της υποτίμησης από τους άλλους. Οι υπόλοιποι θα παρακολουθούν την κουβέντα λουφάζοντας στη γωνιά τους, θα καταλάβουν ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι δεν έκαναν το παραμικρό για την προσωπικότητά τους, δεν αφιέρωσαν τον ελάχιστο χρόνο σε κάτι που σίγουρα θα τους ωφελούσε και θα τους βοηθούσε στις μελλοντικές επιλογές τους. Κάποιοι από αυτούς θα προσπαθήσουν να υποτιμήσουν εκείνους που διάβασαν έστω και ένα βιβλίο. Αν ο εκπαιδευτικός επιμείνει στην επιλογή του, θα έχει βοηθήσει κάποια παιδιά να συνεχίσουν την προσπάθεια και θα έχει δείξει σε κάποια άλλα ότι το «τίποτα» δεν έχει πάντα πρωταγωνιστική θέση. Ίσως μάλιστα σπρώξει κάποια ακόμα παιδιά σε λίγο διαφορετικές αναζητήσεις.
Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο στις επιλογές των παιδιών από την πρώτη κιόλας μέρα που θα ανοίξουν τα σχολεία. Αν θα διαιωνίσουν τη μετριότητα ή αν θα προκαλέσουν μια μικρή επανάσταση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από αυτό: τις πρώτες λέξεις τους προς τα παιδιά!

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Με τις πόρτες ... κλειστές!

Στο μυθιστόρημά του «Με τις πόρτες ανοιχτές» ο Ίαν Ράνκιν ξεφεύγει με εξαιρετική επιτυχία από το γνωστό μοτίβο των ιστοριών του με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Ρέμπους. Εκείνο που με εντυπωσίασε, όταν για πρώτη φορά άνοιγα το εσώφυλλο του βιβλίου, ήταν μια φράση γραμμένη με πορτοκαλί γράμματα: «Για το σωστό άνθρωπο όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές…»!
Κι ενώ ο συγγραφέας ισχυρίζεται αυτό την ίδια στιγμή ο σύγχρονος κόσμος βρίσκεται σε αδιέξοδο βλέποντας γύρω του όλες τις πόρτες κλειστές. Το κυριότερο είναι ότι εκείνοι που βιώνουν εντονότερα αυτό το κλειστοφοβικό σκηνικό και τις παρενέργειές του είναι οι νέοι. Το περίεργο είναι ότι όσοι θα μπορούσαν να αλλάξουν το σκηνικό (που οι ίδιοι έστησαν) στέκονται αποσβολωμένοι αδυνατώντας να διατυπώσουν και την παραμικρή ουσιαστική πρόταση. Μέθοδοι ξεπερασμένες, καταδικασμένες εκ των προτέρων σε παταγώδη αποτυχία προωθούνται με τυμπανοκρουσίες για να διαψεύσουν γρήγορα και απροκάλυπτα τις προσδοκίες των εμπνευστών τους.
Οι κοινωνίες θα συνεχίσουν να κινούνται ανάμεσα στα συντρίμμια της οικονομικής κρίσης, οι πολίτες τους θα συνεχίσουν να μεμψιμοιρούν και οι νέοι θα συνεχίσουν να συναντούν πόρτες κλειστές, όσο αρνούμαστε να δεχτούμε και άρα να διορθώσουμε δυο πράγματα.
Το ένα έχει να κάνει με τη ρίζα του κακού. Και η ρίζα του κακού βρίσκεται στο λάθος δρόμο που ακολούθησε η παγκοσμιοποίηση. Με σύνθημα «όλα για την κατανάλωση» οι αγορές δέχτηκαν μια σειρά στρεβλώσεων που λειτούργησαν σαν ντόμινο. Αδιαφορώντας για την έννοια της δημοκρατίας οι αγορές έψαξαν και εντόπισαν χώρες με φτηνό εργατικό δυναμικό με στόχο την παραγωγή πιο φτηνών προϊόντων. Και γιατί στις χώρες αυτές το εργατικό δυναμικό είναι φτηνότερο; Απλούστατα επειδή οι αρχές της δημοκρατίας αποτελούν κάτι άγνωστο γι αυτές και άρα ο άνθρωπος εκεί είναι εξαιρετικά ευάλωτος σε κάθε μορφής εκμετάλλευση.
Αποτέλεσμα; Επιχειρήσεις και εργοστάσια μαζικά εγκατάλειψαν τον αναπτυγμένο κόσμο και τους εργάτες τους και να εγκαθίστανται στην Κίνα και σε άλλες εξίσου … δημοκρατικές χώρες όπου η εκμετάλλευση ανθούσε. Αυτό βέβαια ήταν λογικό να σημάνει έκρηξη της ανεργίας στις δυτικές κοινωνίες κι αυτή με τη σειρά της την εφαρμογή μιας σειράς ανορθόδοξων λύσεων. Η κατάσταση που ερχόταν φώναζε από μακριά αλλά οι περισσότεροι έκλειναν τα αφτιά τους αρνούμενοι να αποδεχτούν το αυτονόητο.
Η λογική λέει κάτι απλό. Το παιχνίδι που έχει στηθεί στην παγκόσμια σκακιέρα πρέπει να γίνει με ίσους όρους για όλους. Όποιος θέλει να παίξει είναι καλοδεχούμενος αρκεί να ακολουθήσει απλούς κανόνες δημοκρατίας και ανθρωπισμού. Αν μια χώρα αρνείται να σεβαστεί και τα βασικά ακόμα δικαιώματα των εργαζομένων, δεν μπορεί να έχει θέση στην παγκόσμια αγορά. Ο ανταγωνισμός πρέπει να υπάρχει, μάλλον θα είναι σκληρός αλλά δεν μπορεί παρά να είναι δίκαιος. Χωρίς ανθρώπους δε νοείται οικονομία (μάλλον δε νοείται τίποτα) αλλά κάποιοι αδυνατούν να το αντιληφθούν. Η οικονομική, συναισθηματική και σωματική εξόντωση του ανθρώπου εγγυάται ένα και μόνο παγκοσμίως: Οι πόρτες θα παραμένουν κλειστές για όλο και περισσοτέρους.
Η λύση είναι εξαιρετικά απλή. Επιβολή σεβασμού κοινών κανόνων και άρα ισότητα. Ο ανταγωνισμός που βασίστηκε στην ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση δοκιμάστηκε και απότυχε. Ο ανταγωνισμός μπορεί να έχει μόνο ποιοτικά κριτήρια. Άρα πάμε για άλλα. Κι εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο (το σημαντικότερο) πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Ποιοι θα μας οδηγήσουν σ’ αυτά τα άλλα; Ποιοι θα ξεκλειδώσουν τις κλειστές πόρτες, όχι σε εθνικιστικά δεδομένα ενός θλιβερού παρελθόντος αλλά σε σύγχρονα παγκοσμιοποιημένα, ανθρώπινα πρότυπα; Αυτοί λοιπόν, απλώς δεν υπάρχουν και δεν υπάρχουν επειδή το σύστημα δε φρόντισε να τους δημιουργήσει ή σε άλλες περιπτώσεις τους έχει αποκλείσει.
Στηριγμένοι σε πρακτικές ποσοτικές παρά ποιοτικές δημιουργήσαμε έναν κόσμο στα πρότυπα της βιομηχανικής παραγωγής. Τεχνοκράτες που μπορούσαν να λειτουργούν μηχανικά κατάκλυσαν κάθε χώρο και θέση. Άνθρωποι που έμαθαν να λειτουργούν απολύτως τυποποιημένα, χωρίς πρωτοτυπία, χωρίς φαντασία, χωρίς να μπορούν να ξεφύγουν από θεσπισμένους κανόνες λήψης αποφάσεων κυριάρχησαν προς μεγάλη χαρά ενός συστήματος που μπορούσε να δημιουργήσει τέτοιους μαζικά. Άνθρωποι που δέχτηκαν και αναπαράγουν τυποποιημένη, απλή και εύκολα κατανοητή γνώση και παιδεία είναι εύκολο να διαμορφωθούν και μάλιστα με φτηνές όσο και απαρχαιωμένες μεθόδους. Αυτοί είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι όσο ο κόσμος κινείται σε δεδομένες και άρα προβλέψιμες πορείες. Διαφορετικά…
Σήμερα, δυστυχώς γι αυτούς, ο κόσμος τελείως απρόβλεπτα(;) εγκατάλειψε τις φωτεινές λεωφόρους του πρόσφατου παρελθόντος και κινείται σε ατραπούς που ελάχιστα είχαν προβλεφθεί. Οι τεχνοκράτες δεν είχαν προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο. Αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν (δεν μπορούσαν να το διανοηθούν) πώς φτάσαμε μπροστά σε πόρτες κλειστές. Πολύ περισσότερο δε διαθέτουν τα κλειδιά για να τις ανοίξουν. Η παντοδυναμία τους, η αδιαμφισβήτητη κυριαρχία τους σε πολιτικές και οικονομικές θέσεις κράτησε ελάχιστα. Τώρα δέχονται πυρά από παντού και δεν είναι μακριά η στιγμή που οι λαοί θα απαιτήσουν, ίσως με ελάχιστα ειρηνικό τρόπο, την απομάκρυνσή τους από θέσεις εξουσίας.
Ωραία ήταν όσο οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Κανείς βέβαια, δεν ήθελε καν να σκεφτεί το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να κλείσουν. Και τώρα κανείς δε θυμάται πού βρίσκονται τα κλειδιά. Είναι άσχημο να βρίσκει κάποιος όλες τις πόρτες κλειστές αλλά του μένει ένα μόνο να κάνει. Πρέπει να βρει τα χαμένα κλειδιά ή τους κατάλληλους ανθρώπους. Ανθρώπους που μπορούν να λειτουργήσουν έξω από τα δεδομένα και να εντοπίσουν ποιες πόρτες και με ποιο τρόπο πρέπει να ανοίξουν. Εναλλακτικό σενάριο δεν υπάρχει. Σε κάθε άλλη περίπτωση οι πόρτες θα παραμένουν κλειστές!

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Τι είχε πάρει μαζί του ο Οδυσσέας;

Την ώρα που πρέπει να ταξιδέψω με τη μάνα μου για το χωριό, όπου κάθε χρόνο περνάμε ένα κομμάτι των διακοπών μας, γνωρίζω ένα πράγμα. Γνωρίζω ότι θα ζήσω μια «Οδύσσεια». Μη φανταστείτε ότι πρόκειται για πολύωρο ταξίδι. Μη φανταστείτε ότι το χωριό είναι απομονωμένο και δύσβατο. Όχι, το Νεραϊδοχώρι βρίσκεται σίγουρα σε ορεινή περιοχή -1200 υψόμετρο- αλλά λόγω συγκυριών είχε την τύχη να αποτελέσει από νωρίς κομμάτι του πολιτισμού με άνετο δρόμο ακόμα και το καταχείμωνο, όταν το χιόνι σκεπάζει τα πάντα.
Ενώ στο ομηρικό έπος το επίκεντρο βρίσκεται το ταξίδι της επιστροφής του ήρωα, η δική μου «Οδύσσεια» έχει αιτία διαφορετική. Αιτία είναι η μάνα μου και η αντίληψή της για το τι πρέπει ένας άνθρωπος να παίρνει μαζί του στις διακοπές. Εκεί έγκειται η δική μου «Οδύσσεια». Εγώ το είχα καταλάβει από μέρες ότι το παραμικρό δε θα άλλαζε και πάλι. Η μάνα μου έκανε απέλπιδες προσπάθειες να βρει κάποιον άλλον να τη μεταφέρει. Προσέγγισε την αδερφή μου, το γαμπρό μου, τη γυναίκα μου, μάλλον και αρκετούς άλλους που δε γνωρίζω, προσπαθώντας να με αποφύγει όπως ο ακατονόμαστος το λιβάνι. Με θεωρεί άνθρωπο που αγνοεί την υπομονή ακόμα και ως λέξη και συχνά βρίσκει τις αντιδράσεις μου υπερβολικές. Δε θα μείνω βέβαια, σ’ αυτήν την εσφαλμένη μητρική άποψη. Το θέμα είναι ότι οι συγκυρίες την ανάγκασαν να αποδεχτεί ότι μαζί μου θα έκανε και φέτος το ταξίδι, γεγονός που προκάλεσε και στους δυο μας πανικό.
Η μάνα μου -φαντάζομαι και πολλοί άλλοι της γενιάς της- έχει αποφασίσει ότι ένα ταξίδι για να το ευχαριστηθείς δεν πρέπει να είναι άνετο. Δηλαδή, όταν ταξιδεύει και κάθεται άνετα, χωρίς να την περιορίζουν βαλίτσες, σάκοι, σακούλες και σακουλάκια, πιστεύω ότι δεν το θεωρεί ταξίδι. Κάποτε πίστευα ότι αυτό γινόταν επειδή ήθελε να ενισχύσει τη φαντασία μου υποχρεώνοντάς με να εντοπίζω χώρους για να βολέψω όλη την πραμάτεια της. Τώρα πια ξέρω ότι δε γίνεται γι αυτό. Κάπως έτσι και φέτος -επιστρατεύοντας τεχνικές εφάμιλλες του πολυμήχανου Οδυσσέα- αναγκάστηκα να ταχτοποιήσω βαλίτσες με ρούχα (αναγκαία) αλλά και σακούλες με ντομάτες, πατάτες, φρούτα, οδοντογλυφίδες, λάδι, αναψυκτικά, καφέδες, χαρτοπετσέτες, ζάχαρη, οδοντόκρεμες, κουτιά με γλυκά, απορρυπαντικά... Φέτος μάλιστα, ξεπερνώντας κάθε δικό της όριο και μάλλον προσπαθώντας να ανακαλύψει τα δικά μου η αθεόφοβη προχώρησε λίγο ακόμα. Αν έχετε το Θεό σας, θεώρησε αναγκαίο να κουβαλήσουμε ένα φαράσι (ε βρε παιδάκι μου, αυτό που είχαμε έσπασε!) αλλά και ένα πατάκι για την εξώπορτα (πού να βρεις τόσο ανθεκτικό και απορροφητικό πατάκι εκεί επάνω;)!!!
Μάταια προσπάθησα να την πείσω ότι δεν είναι αναγκαίο κάθε χρόνο να μεταφέρουμε όλα αυτά τα αγαθά από τον κάμπο στο βουνό. Ό,τι είπα πέρασε και δεν ακούμπησε. Για μια ακόμα φορά δεν έλεγε να καταλάβει ότι τα σούπερ μάρκετ και εμπορικά της περιοχής μπορούν να καλύψουν κάθε ανάγκη και έλλειψη που πιθανώς παρουσιαστούν. Αγύριστο κεφάλι! Ο ορισμός της συντηρητικής θεώρησης των πραγμάτων. Ο διάλογός μας, όπως και κάθε παρόμοιος, λόγω έλλειψης λογικών επιχειρημάτων από μέρους της, κατάληξε σε ό,τι «μου τη δίνει» αφόρητα: «Καλά, εγώ έτσι έμαθα! Δε θα αλλάξω τώρα, επειδή το θέλεις εσύ»!
Μάλιστα. Όταν ακούω αυτό το «έτσι μάθαμε», πετάω την πετσέτα στο τερέν και σηκώνω τα χέρια ψηλά. Παραδίνομαι. Η μάνα μου, βέβαια, δικαιολογείται ως ένα βαθμό και όχι γιατί μάνα είναι μόνο μία ούτε γιατί αποτελεί τον ορισμό της μάνας που γίνεται θυσία. Ανήκει σε μια γενιά που έζησε με σημαντικές ελλείψεις και σίγουρα μακριά από τις σημερινές ανέσεις, όχι μόνο στη μετακίνηση αλλά και σε άλλα. Η γενιά της, εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, οργάνωσε έναν αξιοθαύμαστα ευρηματικό τρόπο ζωής που, όμως, σήμερα μόνο δυσχέρειες προκαλεί αλλά είναι απίθανο να εγκαταλειφτεί. Ήταν λογικό στο παρελθόν η μετακίνηση στο χωριό να φέρνει σε κάτι από … ξεριζωμό. Έλλειψη μέσων μεταφοράς, κακή κατάσταση οδικού δικτύου και περιορισμένη ανάπτυξη της αγοράς στην ύπαιθρο καθιστούσαν τη μετακίνηση μια πραγματική «Οδύσσεια».
Η μητέρα μου και η γενιά της έζησαν συνταρακτικές μεταβολές και ασύλληπτους ρυθμούς προόδου. Κατάφεραν να προσαρμοστούν σε αρκετά αλλά μέχρι ενός σημείου. Τους φαίνεται παράλογο και μάλλον ανήθικο να εγκαταλείψουν ό,τι όρισε τη ζωή τους στο παρελθόν. Κάτι τέτοιο το αντιμετωπίζουν ως μορφή προδοσίας ακατανόητης για μένα. Προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό ό,τι μπορούν. Νιώθουν ότι έτσι κρατούν ζωντανό τον κόσμο τους κι ότι μένουν δεμένοι με αυτόν. Νιώθουν ότι κάποιες συνήθειες, όσο επώδυνες κι αν είναι πια για τους υπολοίπους και για τους ίδιους, είναι οι ρίζες τους σε ένα παρελθόν που ξέρουν πολύ καλά ότι χάθηκε αλλά αρνούνται να αποδεχτούν.
Για όλους αυτούς τους λόγους, όσο κι αν με εκνευρίζει, είμαι ανεκτικός με τη μητέρα μου και τη γενιά της ενώ δε δίνω δεκάρα και σιχαίνομαι ανθρώπους νεότερους που χωρίς να έχουν ζήσει τίποτα από το παρελθόν, προσπαθούν να το συντηρήσουν, χωρίς να τους δένει κάτι με αυτό, επειδή έτσι τους … παραδόθηκε. Με αυτούς, όμως, που τους θεωρώ απλώς βαρίδια που δυσκολεύουν την προσαρμογή της κοινωνίας στα νέα δεδομένα δεν έχω ούτε το χώρο ούτε τη διάθεση να ασχοληθώ.
Άλλωστε λίγες μόλις ώρες πριν κατάφερα ζώντας μια «Οδύσσεια» να βρω χώρο στο αυτοκίνητο για να βολέψω όσα η μάνα μου θεωρεί αναγκαία! Μάλιστα, αυτή τη φορά τα κατάφερα εκπληκτικά, αφού κανείς από τους επιβαίνοντες δε χρειάστηκε να έχει στα πόδια του ούτε κουτί με τσίχλες. Η άνεση αυτή, όμως, ελάχιστα εκτιμήθηκε από τη μάνα μου, η οποία ρισκάροντας μια έκρηξή μου και ενώ ταξιδεύαμε, με ρώτησε: «Αφού έχουμε χώρο, μήπως να παίρναμε και κανένα καρπούζι»; Δεν έδωσα σημασία και φυσικά δεν πήραμε καρπούζι. Δεν μπήκα καν στον κόπο να της εξηγήσω ότι το χωριό διαθέτει πλέον και ασύρματο internet! Εκείνη τη στιγμή απλώς σκεφτόμουν: αν για λίγες μέρες διακοπών ξεπατώθηκα για να ταχτοποιήσω ένα σκασμό πράγματα, εκείνος ο έρμος ο Οδυσσέας, όταν ξεκινούσε για την Τροία, τι να είχε πάρει μαζί του;

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Κρίση με συμπτώματα γρίπης!

Έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι στην αρχαία Αίγυπτο. Τότε με τις πληγές του Φαραώ που μαθαίναμε στα θρησκευτικά. Η μια πληγή διαδέχεται την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό εναλλαγής. Ακόμα δε συνήλθαμε από την πληγή της γρίπης και μια νέα πληγή εμφανίζεται ως τιμωρία. Η καινούρια καραμέλα λέγεται «κρίση». Όλα τα μάθαμε πια. Τα αίτια, την προέλευση, ποιοι ευθύνονται, ποιοι και πώς θα την πληρώσουν και δε συμμαζεύεται. Αυτά βέβαια, δεν πιάνουν μία μπροστά στην προσπάθεια χρονικής πρόβλεψης του ερχομού της. Οι ειδικοί κρισολόγοι(;) συμφωνούν στο ότι η κρίση θα γίνει εμφανέστατη το Σεπτέμβριο. Μάλιστα! Ούτε Αύγουστο ούτε Οκτώβριο. Η κρίση έρχεται το Σεπτέμβριο! Δε μας έφταναν οι προβλέψεις των μετεωρολόγων για τον καιρό, των χταποδιών για τα αποτελέσματα των mundiaλικών αγώνων, των τσαρλατάνων για το μέλλον, των εκπαιδευτικών για τα θέματα των πανελλαδικών, τώρα έχουμε και τις προβλέψεις των κρισολόγων για τον ερχομό της κρίσης.
Δηλαδή, τι είναι η κρίση; Γρίπη είναι; Και δεν είδαμε τι έγινε με τις προβλέψεις για τη γρίπη το χειμώνα που πέρασε! Και να, τώρα έρχεται η γρίπη να μας αποδεκατίσει, τώρα θα τη δούμε σε έξαρση και θα τα τινάξουμε τα πέταλα και να το τέλος της ανθρωπότητας και ποιος να το περίμενε ότι το δημιούργημα του Υψίστου θα πήγαινε από γρίπη και άλλα φαιδρά και γραφικά. Και τώρα που από θαύμα επιβιώσαμε από τη γρίπη, νέα απειλή-πληγή. Τώρα όμως, δε θα πάμε από πυρετό αλλά από πείνα, ανέχεια και εξάντληση.
Το θέμα είναι ότι οι προβλέψεις προέρχονται από ειδικούς κρισολόγους, οι οποίοι λίγο πριν ήταν ειδικοί γριπολόγοι και λίγο πιο πριν υπήρξαν ειδικοί εκλογολόγοι και ακόμα πιο πριν ήταν ειδικοί τσοντολόγοι (ελέω Τζούλιας) και, τέλος πάντων, σε κάθε χρονική φάση και ανάλογα με το αντικείμενο εμφανίζονται ως ειδικοί σε κάτι. Επειδή προσωπικά δε διαθέτω ειδικές… κρισογνώσεις, δεν είμαι σε θέση να κάνω κρισοπροβλέψεις. Το μόνο που γνωρίζω είναι ότι όλοι αυτοί που παρουσιάζονται ως ειδικοί σε όλα είναι τελικά ειδικοί σε ένα. Και αυτό το ένα δεν είναι άλλο από τη μπούρδα. Σκεφτείτε και πείτε μου κι εμένα, για ποιο λόγο μια κρίση οικονομική έχει περισσότερους λόγους να εμφανιστεί το Σεπτέμβριο απ’ ό,τι τον Αύγουστο ή τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο; Δηλαδή, τι κάνει η κρίση τον Αύγουστο και δεν εμφανίζεται; Διακοπές κάνει και ξεκουράζεται; Γιατί να μην εμφανιστεί το Νοέμβριο; Η υψηλή υγρασία την πειράζει ή οι χαμηλές θερμοκρασίες δεν της επιτρέπουν να ξεμυτίσει; Κι αφού δεν καταφέραμε να βάλουμε σε μια τάξη την εμφάνιση της γρίπης Η1Ν1, τι μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε με την κρίση; Οπότε κάθε που ακούτε τους ειδικούς μπουρδολόγους να μιλούν για την κρίση, κλείστε τηλεοράσεις, εφημερίδες, internet και αφήστε τους να τα λένε και να τα ακούνε μόνοι τους.
Αν μη τι άλλο θα έχετε την ηρεμία σας. Έτσι, ακόμα κι αν είναι γραφτό σας να δείτε τα ραπανάκια ανάποδα από την πείνα και την ανέχεια, τουλάχιστον θα … πάτε με αρχοντιά, ήρεμα και ωραία, με το χαμόγελο στα χείλη κι όχι βουτηγμένοι στο άγχος της προσμονής του μοιραίου. Τουλάχιστον θα έχετε διασφαλίσει έναν αξιοπρεπή θάνατο κι ό,τι ήθελε προκύψει. Αν μάλιστα πιστεύετε στη μετά θάνατον ζωή, τότε τι έχετε να φοβηθείτε; Γιατί στην περίπτωση αυτή το τέλος δεν είναι παρά μια απλή μετακίνηση σε τόπους χλοερούς και σε τόπους αναπαύσεως. Σε τόπους που δεν τους αγγίζει ούτε κρίση ούτε τίποτα. Εκεί μάλλον το είχαν κάνει καλύτερα το κουμάντο τους!
Καλά αυτοί, εμείς τι θα κάνουμε μέχρι να γίνουμε κι εμείς αυτοί… Προσωπικά είμαι αισιόδοξος. Θεωρώ ότι η κρίση είναι μια καλή ευκαιρία να βάλουμε μυαλό, να βρούμε τα όρια, να καταλάβουμε ότι ο καθένας θα έχει όσα δικαιούται και για όσα έχει κοπιάσει και ρισκάρει και ξενυχτήσει και φτύσει αίμα και χύσει ιδρώτα κι ας λέει το ΚΚΕ ό,τι θέλει. Όλοι τα ίδια ούτε θα τα έχουμε ποτέ ούτε τα αξίζουμε. Λοιπόν, η κρίση θα μας επαναφέρει στη χαμένη «Τάξη», θα καταστήσει τα δεδομένα λίγο πιο λογικά. Αυτή είναι η κατάσταση κι όποιος δεν την αντιληφτεί έγκαιρα, απλώς δε θα επιβιώσει.
Νομίζω ότι τα πράγματα είναι απλά. Το να αποφύγουμε την αρνητική κατάσταση είναι τόσο απλό όσο απλό ήταν και να τη δημιουργήσουμε. Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Με τις επιλογές μας καταφέραμε να χρεοκοπήσουμε το κράτος. Φλούδα δεν αφήσαμε στο έρμο! Και τώρα το κράτος πρέπει να ξεχρεώσει και για να το κάνει μειώνει μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, υπαλλήλους, παράλογα έξοδα. Δύσκολη δουλειά αλλά όχι ακατόρθωτη. Αν αφήσουμε το ντόμινο να λειτουργήσει χωρίς εμπόδια, δε θα υπάρξουν δυσκολίες.
Μείωση μισθών και επιδομάτων στο δημόσιο τομέα συνεπάγεται μείωση της αγοραστικής δύναμης ενός ικανού ποσοστού ανθρώπων. Τίποτα σπουδαίο. Αυτοί θα συνεχίσουν να αγοράζουν, αρκεί να βρουν υπηρεσίες και προϊόντα σε καλύτερες τιμές. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η αγορά πρέπει να προσαρμοστεί. Η διασκέδαση, η ένδυση, το φαγητό, ο καλλωπισμός, η γνώση, η ασφάλεια πρέπει να γίνουν πιο φτηνές. Ωραία, και για να γίνουν όλα αυτά πιο φτηνά τι πρέπει να συμβεί; Πάλι απλά πράγματα. Έξυπνοι επιχειρηματίες, μείωση μισθών και στον ιδιωτικό τομέα και αισθητή μείωση των ενοικίων. Ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ισορροπία και πάλι, απλώς μια άλλη ισορροπία πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όσοι καταφέρουν να ισορροπήσουν εντάξει, οι άλλοι θα βρεθούν με την… κρίση στο χέρι και θα μιλούν για ατυχία!!!
Είπαμε βέβαια, ότι εγώ δεν είμαι ειδικός για να με πάρετε στα σοβαρά. Μπορείτε να συνεχίσετε να παίρνετε στα σοβαρά τους ειδικούς κρισολόγους, ώστε να οδηγηθείτε σταδιακά σε κατάθλιψη. Και προσέξτε, το πράγμα δεν είναι καθόλου αστείο. Συμπτώματα όπως ατελείωτη μιζέρια, τρόμος και απαισιοδοξία, γκρίνια αφόρητη και σιχαμερή είναι προάγγελοι δεινών. Όσο το σκέφτομαι τα ίδια ακριβώς συμπτώματα κυριάρχησαν και την περίοδο που μας απειλούσε η γρίπη. Ούτε πυρετό ούτε τρεμούλα είδαμε. Τελικά έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που παρουσιάζει κοινά συμπτώματα με εκείνα της γρίπης. Ετοιμάστε τις ασπιρίνες!