Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Τα όνειρα των άλλων

Η μάνα στην άλλη άκρη της γραμμής -τηλεφωνικής, όχι σιδηροδρομικής ούτε αναμονής μπροστά σε τραπεζικό γκισέ- μου ανακοινώνει ότι θέλει να μου εμπιστευτεί το γιο της, μαθητή α΄ Λυκείου. Αυτό είναι καλό. Πολύ καλό για μένα. Το να θέλει κάποιος να μου εμπιστευθεί την προετοιμασία του παιδιού του, είναι μεγάλη τιμή. Φαντάζομαι όχι μόνο για μένα. Ο γιατρός που του εμπιστεύονται την υγεία ή τη ζωή τους, πιστεύω ότι νιώθει την τιμή που του γίνεται. Ο δικηγόρος που του εμπιστεύονται τις υποθέσεις τους, πιθανολογώ ότι νιώθει το ίδιο. Ο μανάβης που του εμπιστεύονται τη διατροφή τους, ο ιδιοκτήτης εμπορικού που του εμπιστεύονται την εμφάνισή τους, την επικοινωνία τους, ο dj που του εμπιστεύονται τη διασκέδασή τους... θεωρώ ότι αισθάνονται κάπως έτσι. Άρα για μένα η εμπιστοσύνη είναι μεγάλο πράγμα. 
Τώρα, εσείς θα νομίζετε ότι κάθισα να γράψω ένα κείμενο περί εμπιστοσύνης και δίκιο θα έχετε, μετά τον πρόλογο που έκανα. Θα διαψευστείτε γρήγορα, γιατί εγώ θα επανέλθω στο αρχικό τηλεφώνημα της μάνας. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, συνέχισε λέγοντάς μου ό,τι πιο φαιδρό, βδελυρό και επικίνδυνο μπορεί να εκστομίσει μια μάνα: «Εμείς στρατό θέλουμε»! Μάλιστα. «Αυτοί» στρατό θέλουν και το δηλώνουν. Μα κυρία μου, ποιος δε θέλει στρατό; Εγώ δε θέλω; Θέλω και παραθέλω, γιατί ποιος θα φυλάει τα σύνορα ενός εθνικού κράτους στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, σε περίπτωση εισβολής εξωτερικών εχθρών; Εγώ θα τα φυλάξω που δεν ξέρω να λύσω, να δέσω και να οπλίσω ούτε ένα απλό τυφέκιο G3, το οποίο είναι ένα τυφέκιο μάχης διαμετρήματος 7.62mm; Αμ δε, που θα τα φυλάξω εγώ που δεν έριξα ούτε μια χειροβομβίδα, όσο υπηρετούσα, επειδή δεν άντεχα τη φασαρία! Με τι να τα φυλάξω; Με τη σφεντόνα που έριχνα μικρός; Και πού στο καλό να την έχει η μάνα μου τη σφεντόνα τώρα πια; Όχι. Να τα φυλάξει ο γιος σου, να ξέρουμε τι μας γίνεται. 
Αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, το γιο της τον ρώτησε; Ρωτάω, επειδή έχω μια αμυδρή υποψία ότι δεν τον ρώτησε. Σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα μπερδεύονται. Γιατί, άντε και μου τον φέρνει τον μοσχαναθρεμμένο της και μου τον εμπιστεύεται. Εγώ με τι έχω να αντιπαλέψω; Για ποιο πράγμα να αγωνιστώ; Να αγωνιστώ για την εκπλήρωση του ονείρου της μάνας ή για το όνειρο του γιου (αν του έχει αφήσει ακόμα ίχνη πρωτοβουλίας και εκφράσει προσωπική άποψη); Εγώ το παιδάκι το λυπάμαι από τώρα κι ας μην το έχω γνωρίσει προσωπικά. Όλα αυτά τα παιδάκια τα λυπάμαι. Τα παιδάκια που οι γονείς τους θέλουν να τα κάνουν γιατρούς, φαρμακοποιούς, δικηγόρους, αστυνομικούς, στρατιωτικούς, μηχανικούς, εκπαιδευτικούς και ό,τι άλλο και το έχουν αποφασίσει πριν τα παιδάκια να γεννηθούν. 
Τα καημένα τα ζωντόβολα! Αν ήξεραν τι τα περιμένει, θα αρνούνταν να γεννηθούν. Ως σπερματοζωάριο θα έκαναν τα πάντα για να μη φτάσουν στο ωάριο, αφήνοντας άλλο να έχει την «τύχη» να γεννηθεί από τέτοιους γονείς. Το φαντάζεστε; Να γίνεται ο χαμός και το ευφυές σπερματοζωάριο να καθυστερεί, παρατηρώντας το χώρο της μήτρας ή πιάνοντας κουβέντα με άλλα. Να δίνει και συμβουλές στα υπόλοιπα, για να αποφύγει την κακοτυχία: «Από εκεί πηγαίνετε. Θα φτάσετε πιο γρήγορα». Ή «Εσείς για αγόρι ή για κορίτσι προορίζεστε»; Ή να προσπαθεί να σώσει την κατάσταση: «Εσύ -σπερματοζωάριο- μού φαίνεσαι παντελώς ηλίθιο. Δεν αφήνεις κανένα πιο έξυπνο να φτάσει πρώτο»;
Τέλος πάντων, εγώ τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια πολύ καλά. Είχα άλλωστε νονό στρατηγό! Και σε εποχές που οι στρατηγοί είχαν μεγάλη πέραση και ζούσαν μέσα στο μεγαλείο και τη χλιδή, όχι σαν τώρα που ο μισθός τους εξαφανίζεται πιο γρήγορα κι από τους πάγους στους Πόλους! Τον έβλεπα με την ατσαλάκωτη στολή του, με τα αστέρια του που έλαμπαν, με τα μετάλλια στο στήθος και σκεφτόμουν... πώς μπορεί όλο αυτό το στήσιμο; Οι γονείς μου, βέβαια, όλο και τσύγκλιζαν προς αυτήν την κατεύθυνση: «Να διαβάζεις και όταν μεγαλώσεις να γίνεις κι εσύ στρατηγός»! Κι εγώ φυσικά, απλώς δε διάβαζα. Να διαβάζω για ποιο λόγο; Για να μεγαλώσω, να γίνω στρατηγός και να μην μπορώ να κουνηθώ μέσα στη στολή; Να ιδροκοπάω σαν ζώο μέσα στο χακί με τις αρβύλες χειμώνα - καλοκαίρι; Ή μήπως για να ξύνομαι μέχρι να γίνει πόλεμος και να πάω να φυλάξω τα σύνορα; Α πα πα! Τέτοια πράγματα δεν τα ήθελα, οπότε απόφευγα τη μελέτη και κάθε προσπάθεια. 
Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τα καταλαβαίνω αυτά τα παιδάκια. Τα καταλαβαίνω κι εύχομαι να έχουν τη δική μου τύχη. Ναι, μέσα σε όλα αυτά φάνηκα τυχερός. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ο πατέρας μου, για καλή μου τύχη, παρέκκλινε της πορείας που είχε ήδη χαραχτεί για μένα και έριξε στο τραπέζι την πρόταση να γίνω γιατρός. Ευτυχώς η μάνα μου φοβόταν τα αίματα και τις αρρώστιες -Σε αυτήν έμοιασα. Προτιμώ ένα καλό ξεμάτιασμα από τον καλύτερο γιατρό- και επήλθε διάσταση απόψεων και πλήρης διαφωνία. Και ξέρετε, τέτοιες συγκρούσεις φέρνουν ταραχή, ανακατωσούρα και τελικά σύγχυση. Μεγάλη σύγχυση! Κι ο λύκος στην αντάρα χαίρεται. Μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε, βρήκα την ευκαιρία να χαράξω τη δική μου πορεία. Χαμός, τρέλα, φωνές, λιποθυμίες, απειλές περί επικείμενων εγκεφαλικών, καρδιακών επεισοδίων και τραγικών θανάτων. Πανικός από εκείνους που κάθε έφηβος που σέβεται τον εαυτό του, επιδιώκει με τους γονείς του και τους ευχαριστιέται τρελά. 
Περιμένω με αγωνία την προσωπική επαφή μου με το παιδάκι της μάνας που τηλεφώνησε. Αν βέβαια, η συγκεκριμένη μάνα, διαβάσει το κείμενο, μάλλον θα περιμένω πολύ. Εγώ πάντως θα περιμένω και θα κάνω τα πάντα, ώστε το παιδί να βρει το δικό του δρόμο. Θα συγκρουστώ με τους γονείς του, ώστε να το βοηθήσω να συγκρουστεί κι αυτό, να επιδιώξει τη ρήξη, να αμφισβητήσει και να καταλήξει στις δικές του επιλογές. Αυτό προσπαθώ στις περισσότερες περιπτώσεις. Κάνω αυτό που κάνω εδώ και χρόνια και το κάνω για να βοηθήσω τέτοια παιδιά να ξεφύγουν από γονείς που τα καταδυναστεύουν, που τα ευνουχίζουν, που προσπαθούν να τους αφαιρέσουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αποτελούν συστατικά επιτυχίας, δηλαδή, να πολτοποιήσουν κάθε ίχνος ιδιαιτερότητας, πρωτοβουλίας, δυναμισμού, ελευθερίας και άρα κάθε ίχνος διάθεσης για προσπάθεια. Και το κάνω, γιατί έχω συνειδητοποιήσει ένα πράγμα: Κάποιος αγωνίζεται πάντα και μόνο για τα δικά του όνειρα. Ποτέ για τα όνειρα των άλλων... 

Πάντα ευχαριστιέμαι μια ωραία σύγκρουση 
με το κατεστημένο και μάλιστα συχνά την τροφοδοτώ

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Προετοιμάζοντας «χαμένες γενιές»

«Eάν δεν δράσουμε τώρα, τότε ο Νότος της Ευρώπης 
 κινδυνεύει να χάσει μία ολόκληρη γενιά» 
Βόλφγκανγκ Σόιμπλε 

Κάθε κρίση, κάθε ανατρεπτική μεταβολή, κάθε σύγκρουση δημιουργεί θύματα. Θεσμοί, ιδέες, ζωικά είδη, αξίες και κυρίως άνθρωποι «θυσιάζονται»(;) στο βωμό της εξέλιξης. Οι κλιματικές αλλαγές του μακρινού παρελθόντος, ο πελοποννησιακός πόλεμος, η επανάσταση του ’21, ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η εμφάνιση και εξέλιξη της τεχνολογίας προκάλεσαν εκατόμβες θυμάτων. Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο και σήμερα οι συνταρακτικές μεταβολές που επιφέρει η εδραίωση της παγκοσμιοποίησης και ο θάνατος του εθνικού κράτους, να προκαλούν τα δικά τους θύματα. Το γεγονός -δημιουργία θυμάτων- είναι ιστορικά δεδομένο και ως ένα σημείο αποδεκτό, το ζητούμενο βρίσκεται στο πώς θα τα περιορίσουμε και κάπου εκεί ξεκινάει το πρόβλημα. 
Πιθανώς είναι αδύνατο σήμερα να περιορίσουμε τα θύματα της εξέλιξης, όπως κι αν «δράσουμε». Μάλλον είναι πολύ αργά τόσο για δάκρυα όσο και για δράσεις, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μέρος της σημερινής νέας γενιάς. Αν κάτι μπορεί να γίνει, μπορεί να γίνει για τις επόμενες. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί, ώστε να περιορίσουμε τα σημερινά θύματα, είναι να περιορίσουμε τις εξελίξεις, ίσως και να τις σταματήσουμε. Ανεδαφικό και ανέφικτο. Οι σημερινοί νέοι-θύματα έχουν προετοιμαστεί για τη θυσία τους, μάλλον από τη στιγμή της γέννησής τους και απλώς περιμένουν τους δημίους τους. 
Μεγαλώνοντας σε ένα συντηρητικό περιβάλλον οικογένειας και εκπαίδευσης η πλειονότητα των σημερινών νέων έχει εμποτιστεί με στερεότυπα κάθε είδους από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Στερεότυπα ως προς τα εφόδια που θα χρειάζονταν στη ζωή τους, στερεότυπα ως προς τις σπουδές που θα επέλεγαν, το επάγγελμα που θα ασκούσαν, τον τρόπο αλλά και τον τόπο ζωής τους έχουν κατακλύσει και τη σημερινή γενιά, όπως και πολλές άλλες πριν από αυτή. Ναι αλλά τα στερεότυπα δεν μπορεί να είναι η πυξίδα για το μέλλον. Είναι το βαρίδιο που κρατάει κάποιον γερά δεμένο με το παρελθόν. Το παρελθόν, όμως, σβήνει και στις μέρες μας αυτό συμβαίνει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, οπότε αρκετοί νέοι της εποχής μας καλούνται να παλέψουν με δεδομένα, τα οποία κανείς τους γνωστοποίησε. 
Αυτός -συντηρητισμός- είναι και ο λόγος για τον οποίο συνήθως ένα μεγάλο ποσοστό των θυμάτων κάθε μεταβολής, είναι νέοι άνθρωποι. Τελείως παράλογο! Ιστορικά αποδεικνύεται ότι οι μεγαλύτεροι -το κατεστημένο- είναι εκείνοι που δημιουργούν τα προβλήματα. Οι νέοι, από την άλλη, είναι εκείνοι που τα λύνουν. Οπότε όσες δράσεις κι αν προωθήσουν οι συντηρητικοί σήμερα, δε θα καταφέρουν παρά να βαθαίνουν την κρίση και να βυθίζουν στην απόγνωση εκείνους τους νέους που δεν είχαν προετοιμαστεί για όσα συμβαίνουν. 
Για τους απροετοίμαστους, λοιπόν, η κατάσταση είναι τραγική. Το θετικό είναι ότι όλοι οι νέοι δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία. Υπάρχουν εκείνοι -και υπάρχουν και στη χώρα μας- που είναι έτοιμοι για κάθε προσαρμογή που θα απαιτηθεί. Κάποιοι ήδη έχουν προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα και τα πάνε καλά, μπορούν να αντιμετωπίζουν τη ζωή αισιόδοξα και κυρίως να βλέπουν ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Υπάρχουν εκείνοι που αξιοποίησαν δημιουργικά τα μαθητικά και πλέον τα φοιτητικά χρόνια τους. Δε χάνουν τον καιρό τους. Είναι μάλλον εκείνοι που θα λύσουν τα προβλήματα που συσσώρευσαν ο κ. Σόιμπλε και η γενιά του. 
Η συγκεκριμένη ομάδα δεν ήταν δεδομένα «τυχερή». Σίγουρα ανάμεσά της υπάρχουν εκείνοι που μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από ανοιχτό πνεύμα, που τους δίδαξε την αξία της ενημέρωσης, τους έμαθε να προσπαθούν, τους πρόσφερε τα απαραίτητα ερεθίσματα, τους ώθησε στην αναζήτηση στόχων, τους στήριξε κάθε φορά που επέλεγαν τη ρήξη και κυρίως τους παρότρυνε να αμφισβητούν. Υπάρχουν κι εκείνοι, όμως, που αναγκάστηκαν να επαναστατήσουν στο συντηρητικό περιβάλλον τους, εκείνοι που δεν άφησαν τους γονείς, τους εκπαιδευτικούς, τους πολιτικούς να τους παρασύρουν στην ευκολία του λαϊκισμού και στα δεδομένα του συντηρητισμού τους. Όπως και να έχει, ευτυχώς υπάρχουν κι αυτοί οι νέοι. Κι αυτοί δεν περιμένουν από κανέναν Σόιμπλε δράσεις. Έχουν πάρει τη ζωή τους στα χέρια τους, στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις και αγωνίζονται δυναμικά να πετύχουν όνειρα και στόχους σε μια πορεία που οι ίδιοι χάραξαν. 
Είναι κρίμα οι εμμονές των μεγαλυτέρων να διαμορφώνουν νέους-θύματα. Είναι και επικίνδυνο, γιατί όταν αυτοί γίνονται πολλοί, τότε η κατάσταση μπορεί να ξεφύγει, να γίνει ανεξέλεγκτη και τότε κάθε δράση από την πλευρά του συντηρητικού κατεστημένου θα είναι περιττή. Ήδη είναι περιττή και πιθανώς περαιτέρω καταστροφική. Οι λαϊκιστές και οι εξτρεμιστές καραδοκούν και είναι έτοιμοι να αποτελέσουν τους δημίους μιας ήδη καταδικασμένης, στην πλειονότητά της, γενιάς. 

Θεωρώ ότι το κατεστημένο πρέπει να κάνει αυτό που μπορεί 
και γνωρίζει καλά: Να μένει ακίνητο!

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Το βάρβαρο σύστημα εισαγωγής και η πιο βάρβαρη εναλλακτική του


Αυτή η ανιαρά επαναλαμβανόμενη ιστορία έχει καταλήξει πιο κουραστική κι από την ίδια την κόπωση. Κάθε χρόνο τα ίδια και χειρότερα. Τρελαμένοι γονείς, καταπιεσμένοι μαθητές, ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί να καταδικάζουν το ψυχοφθόρο, το εξοντωτικό, το παπαγαλίστικο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Το σύστημα που «δεν αφήνει τον κάθε μπούλη/α να το διασκεδάσει, να το ρίξει έξω, να ξεσαλώσει, να ζήσει τις χαρές της ηλικίας του…». 
Για να αποφύγω όσα καταδικάζω, θα προσεγγίσω την πραγματικότητα με λίγα λόγια και σταράτα. Μάλιστα, τα λόγια αυτά δε θα τα μασήσω, που σημαίνει ότι δε θα επιδείξω το παραμικρό έλεος και σεβασμό, οπότε κάποιοι πρέπει να εγκαταλείψουν την ανάγνωση κάπου εδώ! Τι επίδειξη καλότητας!
Έχουμε και γράφουμε. Πράγματι το δεδομένο σύστημα είναι ψυχοφθόρο και εξοντωτικό και θεοποιεί την παπαγαλία και δε δίνει στους υποψηφίους, που φτάνουν να το αντιμετωπίσουν, την ευκαιρία να ξεδιπλώσουν το σύνολο των ταλέντων(;) τους και να αναδείξουν την πολύπλευρη κουλτούρα που έχουν συσσωρεύσει μέχρι τη δεδομένη στιγμή. 
Ε ναι, το σύστημα εισαγωγής είναι όλα αυτά και ακόμα χειρότερα. Αλλά για ποιους είναι; Είναι για εκείνους που συμμετέχουν κάθε χρόνο σε αυτό και μαζεύουν δεκαεφτά και δεκαοχτώ και δεκαεννιά χιλιάδες μόρια; Μάλλον όχι. Για ποιους είναι λοιπόν; Ε, είναι για εκείνους που ενώ αναίτια πίστευαν στην αρχή της σχολικής χρονιάς ότι είναι για πολλές χιλιάδες μόρια, τελικά διαψεύδονται, πιάνοντας κάτι άλλο. 
Γι αυτούς καλά κάνει και είναι εξοντωτικό και άδικο και βλαμμένο και ό,τι μπορεί να φανταστεί ο κάθε πικραμένος. Κάθε χρόνο διαγωνίζονται με αυτό το βλαμμένο, ανυπόφορο και άδικο σύστημα περίπου ογδόντα χιλιάδες υποψήφιοι. Αν κάποιος πιστεύει ότι όλοι αυτοί είναι ικανοί, έχουν τη γνώση και διαθέτουν τα ψυχικά εφόδια για να συμμετέχουν στις Πανελλαδικές, είναι πιο βλαμμένος και από το βλαμμένο σύστημα. 
Κάθε χρόνο φτάνουν στην Τρίτη Λυκείου άτομα αναλφάβητα -όχι μόνο λειτουργικά αλλά συχνά και οργανικά. Φτάνουν άτομα που αγνοούν τι ακριβώς σημαίνει μελέτη, προγραμματισμός, στόχος. Άτομα που αγνοούν τη γνώση που προηγήθηκε στις προηγούμενες τάξεις. Φτάνουν, τέλος, άτομα που τρέμουν την ιδέα της εξέτασης, της αξιολόγησης, της επιλογής. 
Τελικά, μπορεί και να μη φταίει τόσο πολύ το σύστημα. Σίγουρα φταίει. Εκείνο που φταίει περισσότερο, όμως, είναι το γεγονός ότι οι υποψήφιοι δεν έχουν αξιολογηθεί αντικειμενικά σε κανένα προηγούμενο στάδιο εκπαίδευσης. Φτάνουν στις εισαγωγικές εξετάσεις χωρίς φιλτράρισμα, χωρίς κανείς να τους έχει καταστήσει σαφές τι αξίζουν, πού μπορούν να φτάσουν. Εξωφρενικά μεγάλοι βαθμοί χωρίς κόπο, ντάντεμα και προδέρμ τους συνοδεύουν μέχρι τις Πανελλαδικές. Είναι απολύτως δικαιολογημένο αυτοί και κυρίως οι γονείς τους να βλέπουν τα πράγματα σκούρα. 
Και τι πρέπει να κάνουμε; Μήπως να προσαρμόσουμε το σύστημα πάνω στον κάθε τεμπέλη, μέτριο, ανίκανο και αναλφάβητο; Μα αυτό κάναμε μέχρι τώρα ως κοινωνία σε κάθε τομέα και πιάσαμε πάτο. Πιθανώς δε χρειαζόμαστε ανάλογη συνέχεια. Ε λοιπόν, εκείνος που ξημεροβραδιάζεται στο Facebook ή σε τηλεοπτικές μπούρδες, εκείνος που προτιμάει τα ξενύχτια στα μπουζουξίδικα από εκείνα για μελέτη, εκείνος που διαβάζει επιλεκτικά κι όχι σφαιρικά, εκείνος που έχει μετατραπεί από τους γονείς του σε μπουλομπούλη, χωρίς αυτοπεποίθηση και πρωτοβουλία, δεν έχει θέση στο σύστημα, γιατί θα δεινοπαθήσει με πενιχρά, συνήθως, αποτελέσματα. Έχει θέση αλλού και καλά θα κάνει να τη διεκδικήσει. Αυτογνωσία λέγεται. 
Το παιδί που λιποθυμάει, επειδή δεν έπεσε το SOS, πρέπει να γίνει γιατρός; Τι θα κάνει μπροστά σε ένα επείγον περιστατικό; Θα λιποθυμάει κι εκεί και μετά θα θέλουμε γιατρό για το γιατρό; Ε; Εκείνη που πάει στις εξετάσεις και δε γράφει καλά, επειδή το θέμα που της δόθηκε είχε ξαναδοθεί πριν λίγα χρόνια και δεν το περίμενε, έχει λογική στο κεφάλι της; Μάλλον, έχει οτιδήποτε στο κεφάλι της; Δηλαδή, τι είναι τα θέματα, κούκλα μου; Επισκέπτες που δεν τους περίμενες, καλή μου; Μήπως, αγάπη μου, το θέμα έπρεπε να σε ειδοποιήσει μέσω Facebook, πριν να… πέσει; «Γεια, είμαι το τάδε θέμα και θα πέσω» κι εσύ θα του κάνεις like και βλακώδη σχόλια; Κι άντε αυτή να περάσει και να γίνει καθηγήτρια. Τι θα λέει αύριο στους μαθητές της; «Αυτό μην το διαβάσετε, γιατί έπεσε πρόσφατα» θα λέει; Μήπως εκείνος που δεν έχει ξαναδιαβάσει στη ζωή του, έχει θέση στο σύστημα; Τι να πρωτοπρολάβει ο κακόμοιρος; Να μάθει να διαβάζει ή να μάθει τις γνώσεις που απαιτούν οι εξετάσεις; 
Μήπως η πολλή αφασία έχει καταλήξει γραφική; Τα δεδομένα γύρω μας αλλάζουν με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Και η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια φάση «διόρθωσης» -όχι κρίσης- η οποία δεν είναι καθόλου παροδική. Λύσεις υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, απλώς δε θα είναι οι εύκολες λύσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Και το σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να γίνει πιο ανθρώπινο αλλά αγνοώ πόσο επιθυμητό θα ήταν κάτι τέτοιο από όλους εκείνους που καταδικάζουν τη βαρβαρότητά του. Η αντικειμενική και αυστηρή αξιολόγηση των μαθητών από τις πρώτες βαθμίδες εκπαίδευσης με ανάλογο εκσυγχρονισμό των υποδομών θα ήταν μια τέτοια λύση. Όσοι, λοιπόν, βιάζονται να μιλήσουν για τη βαρβαρότητα του συστήματος, ας σκεφτούν την εναλλακτική. Πιστεύω, όμως, ότι θα τη βρουν λίγο πιο βάρβαρη. 


Ο κ. Ζάχος γνωρίζει πόσο αγαπητός θα γινόταν, 
αν τόνιζε τη βαρβαρότητα του συστήματος, 
αλλά απεχθάνεται το λαϊκισμό

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

«Πάθη»... Live

                  Προειδοποίηση: 
Αν είστε λάτρεις της τηλεόρασης, 
μην το διαβάσετε για κανέναν λόγο!!! 

«Καλέ, αλήθεια είναι. Το είδα και στην τηλεόραση»! Με τη συγκεκριμένη φράση, κάποιοι επιχειρηματολογούσαν, την εποχή που η ιδιωτική τηλεόραση επιχειρούσε εισβολή στη ζωή μας και κατάφερνε να συντρίψει κάθε ίχνος λογικής, δημιουργώντας αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως «τηλεοπτικό κοινό». 
Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια. Η απήχηση και η δύναμη της τηλεόρασης αυξήθηκε αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με το νοητικό επίπεδο του κοινού της. Πλέον είναι σαφές ότι το κοινό της αποτελούν άτομα με εξαιρετικά χαμηλό δείκτη ευφυΐας, ώστε να δέχονται με ευχαρίστηση όλο το κιτσαριό και το σκουπιδαριό που προβάλλεται κατά κόρον. Η τηλεόραση διαμόρφωσε το κοινό της, συνεχίζει να το καθοδηγεί και το τρέφει με όλο και χαμηλότερης ποιότητας προγράμματα και επιλογές, ώστε να το κρατάει δέσμιο στην προσπάθεια τόνωσης των διαφημιστικών κερδών. 
Όλα αυτά τα γνώριζα πολύ καλά. Απλώς επιβεβαιώθηκαν, για μια ακόμα φορά τη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν σκέφτηκα -ατυχής σκέψη- να παρακολουθήσω ειδήσεις σοβαρού (όπως φημολογείται) καναλιού. Το δελτίο έπλεε σε πελάγη δράματος, λαϊκισμού και παραπληροφόρησης. Αυτά, δηλαδή, που εντυπωσιάζουν το κοινό της. Η πρώτη είδηση με άφησε ανεπηρέαστο, αφού έκανε λόγο για την επικείμενη χρεοκοπία της χώρας. Σιγά το καινούριο! Η τηλεόραση οδηγεί τη χώρα σε χρεοκοπία πιο συχνά και από τον Τσίπρα. Η δεύτερη με έκανε να σκεφτώ -επίσης ατυχής σκέψη- ότι οι εγχώριοι τηλεοπτικοί σταθμοί απόκτησαν χιούμορ, αφού έκανε λόγο για την απόλυση μερικών χιλιάδων δημόσιων υπαλλήλων. Το επικείμενο γεγονός παρουσιαζόταν με έντονα τραγικό τρόπο. Αναφορές για το Δημόσιο που διαλύεται, το Δημόσιο που θα αποκτήσει κενά και δε θα μπορεί να εξυπηρετήσει πλέον τους πολίτες, δημιουργούσαν μια εξαιρετικά ανησυχητική κατάσταση. Γέλασα με την καρδιά μου. Μα είναι δυνατόν να διαλυθεί το Δημόσιο; Κάτι διαλυμένο, μπορεί να διαλυθεί; Είναι δυνατόν να ανησυχεί κάποιος για την εξυπηρέτηση των πολιτών σε μια χώρα που η «εξυπηρέτηση του πολίτη» θεωρείται κορυφαίο ανέκδοτο; Τι γέλιο; Να είναι καλά οι άνθρωποι, σκεφτόμουν. 
Αυτά με έφαγαν. Γιατί ο σοφός λαός το λέει: «μη γελάς πολύ, ξινά θα σου βγουν»! Το σοφό λαό, όμως, συχνά τον υποτιμάμε και αδιαφορούμε για τις σοφίες που λέει και που κάνει και οι οποίες μας έφτασαν εδώ που είμαστε. Να μην τα πολυλογώ, κάπως έτσι, μεταξύ δακρύων από τα γέλια και μιας κράμπας στο στομάχι από την ίδια αιτία, έφτασε η ώρα της τρίτης είδησης. Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουν καθόλου συγκεντρωμένος, οπότε δεν κατάλαβα πώς η ιδιαίτερα σοβαρή εκφωνήτρια πέρασε στο θέμα της Μεγάλης Εβδομάδας, της εβδομάδας των Παθών. Κι εκεί που κάτι έλεγε για κατάνυξη και άλλα τέτοια, η εκφωνήτρια εξαφανίζεται από την οθόνη και τη θέση της παίρνουν σκηνές του Θείου Δράματος. Αλήθεια! Ο Χριστός να ευλογεί τους μαθητές, άλλος Χριστός -πιο μελαχρινός αυτός- να κουβαλάει το σταυρό του μαρτυρίου, ένας άλλος Χριστός να σταυρώνεται κι ένας άλλος, που μάλλον ήταν ο πρώτος, να κατεβαίνει από το σταυρό. Σοκ! 
Τα γέλια κόπηκαν μαχαίρι. Πάγωσα. Το υπέροχο ροδαλό χρώμα μου πρέπει να εξαφανίστηκε από τις παριές μου δίνοντας τη θέση του σε ένα εκρού του νεκρού. Μη χειρότερα! Σε ποιους αναφέρονται; Δηλαδή, ο μέσος τηλεθεατής αδυνατεί να κατανοήσει ακόμα και το πιο απλό που του λένε και χρειάζεται τη βοήθεια της εικόνας; Μέχρι τώρα είχαμε τα δελτία καιρού. Ο μετεωρολόγος λέει ότι θα χιονίσει, θα βρέξει, θα έχει ισχυρούς βοριάδες, θα έχει καλοκαιρία και την ίδια στιγμή η οθόνη προβάλλει εικόνες με τα αντίστοιχα καιρικά φαινόμενα, ώστε ο κάθε ηλίθιος που παρακολουθεί να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Σκέφτομαι ότι αν συμβεί κάποιο λάθος, θα γελάσει κάθε πικραμένος. Τι θα γινόταν άραγε στην περίπτωση που ο μετεωρολόγος ενημέρωνε για επερχόμενο καύσωνα αλλά την ίδια στιγμή, από λάθος, η εικόνα έδειχνε χιονιά; 
Και καλά να δείχνουν πλάνα αρχείου και για τον καιρό και για φόνους και για σεισμούς και για λιμούς και για καταποντισμούς και για τον κακό τους το φλάρο, αλλά και για το Θείο Δράμα; Μα δεν έχουν το Θεό τους οι αθεόφοβοι; Όλους αυτούς τους πανηλίθιους που τους παρακολουθούν δεν τους σκέφτονται; Να βγαίνουν την άλλη μέρα και να λένε ότι είδαν τη Σταύρωση ή την Ανάσταση live στο αγαπημένο κανάλι τους; Κι άντε στο τηλεοπτικό κοινό να μη δείχνουν κανέναν σεβασμό, επειδή η βλακεία, στο κάτω κάτω, δε χρειάζεται τον παραμικρό σεβασμό, αλλά πουθενά σεβασμό; Τουλάχιστον, ας έγραφαν μια προειδοποίηση του στιλ «πλάνα από την κινηματογραφική ταινία του τάδε ή του δείνα», να μην αφήνουν τη φαντασία του κάθε βλαμμένου να τρέχει ασυλλόγιστα. Γιατί ο κάθε βλαμμένος που παρακολουθεί τηλεόραση είναι πολύ πιθανό να έχει και την απορία: «μα καλά, χάθηκε ο κόσμος να μας δείξουν και μια συνεντευξούλα του Πόντιου Πιλάτου;» ή «μα καλά, αυτός ο Αυτιάς δεν την πήρε είδηση την αδικία, να καλέσει τον Άννα και τον Καϊάφα και να τους ξετινάξει στις ερωτήσεις;». 
Από την άλλη, είναι απολύτως λογικό μέσα στον απόλυτο παραλογισμό. Η τηλεόραση μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μέσο απόλυτης γελοιότητας, χυδαιότητας και ακραίου λαϊκισμού. Πόσοι από εκείνους που παρακολουθούν και άρα αντέχουν την αθλιότητα, την ασχήμια, τις κραυγές τουρκικών σειρών, «ενημερωτικών» εκπομπών της πρωινής ή μεσημεριανής ζώνης, τις ανοησίες του κάθε «επώνυμου», έχουν την πνευματική δυνατότητα να αντιληφθούν κάτι άλλο, πέρα από εικόνες; Πόσοι από αυτούς μπορούν να αντιληφθούν το Θείο Δράμα ως κάτι πνευματικό, ως κάτι διαφορετικό από ένα πλάνο ταινίας; 
Ε λοιπόν, η τηλεόραση είναι γι αυτούς και καλά κάνει και τους υποτιμά σε τέτοιο βαθμό. Και δε μου φαίνεται καθόλου παράξενο σε συζητήσεις βλαμμένων τηλεθεατών ανάμεσα σε σχόλια για το Σουλεϊμάν, τον Αυτιά, το Λάκη και την Αννίτα, να ακούγεται πλέον κι αυτό: «Καλέ, σου λέω αλήθεια είναι! Αναστήθηκε! Το είδα και στην τηλεόραση»!!! 

 Ο κ. Ζάχος δεν αισθάνεται την παραμικρή συμπόνια 
για τους τηλεθεατές και φροντίζει να το δείχνει.

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Σύγχρονοι «κουμπούρες»

Προειδοποίηση: Ό,τι ακολουθεί δεν είναι 
«πολιτικά ορθό». Περιέχει ακατάλληλους 
 χαρακτηρισμούς και είναι προϊόν μυθοπλασίας. 

 
Γενικά δεν έχω πρόβλημα με τις εκπλήξεις. Μάλιστα, μου αρέσουν(όχι αρέζουν). Είναι μια κάποια αλλαγή. Προκαλούν αναταραχή, όπως η πέτρα που πέφτει στα νερά μιας ήρεμης λίμνης. Υπάρχουν, όμως, εκπλήξεις που δε θέλω. Και δε θέλω εκπλήξεις που κυριολεκτικά με αφήνουν... έκπληκτο. Μπροστά σε τέτοιες βρίσκομαι συχνά στο μάθημα της «Περίληψης». Για όσους αγνοούν, στο συγκεκριμένο μάθημα δίνεται κείμενο στους μαθητές και τους ζητείται να παραθέσουν τα νοήματά του σε μικρή έκταση. Το μάθημα ελέγχει τη δυνατότητα κατανόησης γραπτού λόγου, αφαίρεσης μη ουσιαστικών στοιχείων και διατύπωσης των βασικών νοημάτων σε απλά ελληνικά. 
Όλο και πιο συχνά, αυτή η φαινομενικά απλή διαδικασία με αφήνει άναυδο. Στην προσπάθειά τους να αποδώσουν το νόημα μιας παραγράφου, μαθητές αφήνουν την ομήγυρη σύξυλη. Το νόημα που διατυπώνουν καμιά σχέση έχει με το νόημα της παραγράφου που οι υπόλοιποι έχουμε μπροστά μας. Αμηχανία! Σκέφτομαι: «Που να πάρει! Έχω δώσει λάθος κείμενο στο παιδί»! Ρωτάω: «Εεε, ποιο κείμενο έχεις; Έχεις μπροστά σου το κείμενο “Σύγχρονοι κουμπούρες” (π.χ.); Μήπως σου έχω δώσει κάποιο επόμενο...»; Ανακαλύπτουμε ότι έχει το σωστό κείμενο, απλώς αδυνατεί να κατανοήσει το περιεχόμενό του, το οποίο, βέβαια, και δεν είναι γραμμένο σε Σουαχίλι, Σανσκριτικά, Σφηνοειδή, Γραμμική ΣΤ΄ ή στη γλώσσα κάποιου χαμένου, στα βάθη των αιώνων, πολιτισμού. Είναι γραμμένο στη νέα ελληνική.
Παλιότερα, τέτοιους μαθητές τους χαρακτήριζαν «κουμπούρες», «ξύλα απελέκητα», «τούβλα», «τενεκέδες ξεγάνωτους»! Σήμερα, τέτοιοι χαρακτηρισμοί είναι απαγορευμένοι. Τώρα χαρακτηρίζονται «αδιάφοροι», «με κενά», «χωρίς συγκέντρωση». Διαφορετικές λέξεις. Ίδιο νόημα. Οι συνθήκες του παρελθόντος δικαιολογούσαν την ύπαρξή τους. Ο αγροτικός προσανατολισμός των κοινωνιών, οι δυσκολίες επιβίωσης, η έλλειψη σχολείων σε απομακρυσμένες περιοχές, η αγραμματοσύνη των προηγούμενων γενιών. Σήμερα, στην εποχή της «έκρηξης της γνώσης», της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, φαντάζουν παράλογα τα ποσοστά των ατόμων που αντιμετωπίζουν τέτοιες αδυναμίες. Κι όμως, οι «κουμπούρες» ζουν και βασιλεύουν και τον κόσμο κυριεύουν. 
Ενώ τα ποσοστά του οργανικού αναλφαβητισμού μειώθηκαν, όλο και περισσότεροι νέοι έχουν πρόσβαση στη μέση, ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση, η πρόσβαση σε βιβλία εφημερίδες και κάθε είδους πληροφορία γίνεται όλο και πιο απλή υπόθεση, το παρελθόν μάς καταδιώκει. Η απειλή παλιά λεγόταν «οργανικός αναλφαβητισμός», σήμερα «λειτουργικός». Μια μορφή αμάθειας που παρατηρείται όχι μόνο στα μαθητικά γραπτά, αλλά και στην καθημερινότητα των ενηλίκων. Λειτουργικά αναλφάβητος θεωρείται εκείνος που αδυνατεί να κατανοήσει (όχι να διαβάσει, αλλά να καταλάβει) μια απλή παρουσίαση γεγονότων που έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή του(UNESCO). Με μια λιγότερο πολιτικά ορθή προσέγγιση, θεωρείται εκείνος που απλώς δεν ξέρει τι του γίνεται! 
Σημερινοί μαθητές και (δυστυχώς) αυριανοί φοιτητές, επιστήμονες, επαγγελματίες, πολίτες... αδυνατούν να διαβάσουν με ευχέρεια, να γράψουν χωρίς λάθη, να κατανοήσουν ένα κείμενο, να κάνουν σωστά απλές μαθηματικές πράξεις, να διαχωρίσουν σημαντικό και δευτερεύον, να συνδέσουν αιτία με αποτέλεσμα, να κρίνουν. Στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης κάποιοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε απλά δεδομένα. 
Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός είναι πιο επικίνδυνος από τον οργανικό. Ο οργανικά αναλφάβητος είχε συνείδηση της άγνοιάς του. Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός πλήττει οποιονδήποτε. Απειλεί και άτομα που θα χαρακτηρίζαμε «μορφωμένα». Ο λειτουργικά αναλφάβητος αδυνατεί ή αρνείται να παραδεχτεί το πρόβλημά του. Το κύρος του, οι σπουδές του, συγκαλύπτουν(;) τις αδυναμίες του. Πόσοι παραδέχονται ή και κατανοούν ότι δεν αντιλαμβάνονται το άρθρο μιας εφημερίδας ή ότι αδυνατούν να συντάξουν σωστά ακόμα και μια λίστα για ψώνια; Συνήθως φταίει το... κακογραμμένο κείμενο ή η έλλειψη συγκέντρωσης της στιγμής. Φταίει ο κακός ο φλάρος θα έλεγα προσωπικά! 
Ο λειτουργικός αναλφαβητισμός συνθέτει απειλή σε μια εποχή που ο καθημερινός καταιγισμός πληροφοριών είναι δεδομένος. Εμποδίζει τη συμμετοχή στα κοινά, διαιωνίζει χάσματα, καταδικάζει σε άγνοια, οδηγεί σε στασιμότητα και αποκλεισμό. Δεν είναι απλώς πρόβλημα του «κουμπούρα», γιατί οι «κουμπούρες» ζουν ανάμεσά μας. Και οι «κουμπούρες» συμμετέχουν στα κοινά, διεκδικούν και συχνά καταλαμβάνουν θέσεις (αναξιοκρατία λέγεται), αναπνέουν, τρώνε, κοιμούνται, όπως και κάθε φυσιολογικός άνθρωπος. Αποτελούν (οι κουμπούρες) πρόβλημα κοινωνικό και τώρα, που η κρίση χτυπάει την πόρτα και των πιο αναπτυγμένων κρατών, πρέπει να σκεφτούμε ότι ίσως ο περιορισμός τους, είναι μια κάποια λύση. 

Οποιαδήποτε ομοιότητα  με πραγματικά 
πρόσωπα και γεγονότα είναι τυχαία.