Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια…(II)

«…καλούμαστε να δημιουργήσουμε μια γενιά ατόμων
ικανών να δέχονται το αναπάντεχο. Άτομα που θα αποτελούν λάτρεις του απροσδόκητου,
αυθεντίες του απρόβλεπτου»
Από το βιβλίο “Εγχειρίδιο Επιβίωσης”


Η πλειονότητα των πολιτών μάλλον έχει πειστεί ότι για την κρίση -ελληνική, ευρωπαϊκή, παγκόσμια- ευθύνεται η ανικανότητα των πολιτικών. Ανικανότητα να διαβλέψουν την πορεία των πραγμάτων, να εκσυγχρονίσουν και να εφαρμόσουν κανόνες που θα διέπουν το σύστημα, ώστε αυτό να εξελίσσεται με κοινωνικά κριτήρια. Ρίζα της ανικανότητάς τους δεν αποτελεί η διαφθορά τους αλλά ο συντηρητισμός τους. Είναι κυρίως η αδυναμία τους να κατανοήσουν την εκρηκτικά μεταβαλλόμενη πραγματικότητα κι όχι η διάθεσή τους να την εκμεταλλευτούν προς όφελός τους που ευθύνεται για την κρίση. Αν η ευθύνη της κατάστασης βάραινε τη διαφθορά, το πρόβλημα θα εντοπιζόταν μόνο σε κοινωνίες που αυτή κυριαρχούσε (π.χ. ελληνική) κι όχι σε χώρες με χαμηλά ποσοστά διεφθαρμένων πολιτικών. Η διαφθορά, λοιπόν, απλώς επιδεινώνει μια ήδη προβληματική πραγματικότητα.
Η κατάσταση θυμίζει θέατρο του παραλόγου. Από τη μια, έχουμε τη λογική που λέει: Αφού ο συντηρητισμός αποτελεί πηγή των προβλημάτων μας, δε μένει παρά να τον εγκαταλείψουμε, για να δούμε άσπρη μέρα. Η λογική μπορεί να το λέει αυτό αλλά, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μας φαίνεται να λέει άλλα. Γι αυτό το κομμάτι, αφού ο λίγος συντηρητισμός δε στάθηκε ικανός να λύσει τα προβλήματα, το μόνο που χρειάζεται είναι περισσότερος συντηρητισμός. Κάπως έτσι ο συντηρητισμός αντί να περιορίζεται, εντείνεται. Όλο αυτό γεννάει ερωτήματα και δείχνει εξωφρενικά παράλογο αλλά δεν είναι. Ο όλος παραλογισμός έχει τη … λογική του.
Ο συλλογισμός είναι απλός. Η προετοιμασία μας -διαπαιδαγώγηση- για τις επικείμενες μεταβολές υπήρξε ανεπαρκής. Αυτό προκάλεσε την άγνοια όσων διαμορφώνονται γύρω μας. Η άγνοια με τη σειρά της οδηγεί άτομα και κοινωνίες σε παρωχημένες και άρα λαθεμένες επιλογές. Κάπως έτσι συσσωρεύτηκαν τα προβλήματα που βιώνουμε. Και πού οδηγούν τα προβλήματα; Οδηγούν σε φόβο. Η άγνοια και ο φόβος προκαλούν στους ανθρώπους την ανάγκη συσπείρωσης. Στην περίπτωσή μας η συσπείρωση γύρω από το παλιό και άρα γνώριμο φαντάζει ως λυτρωτικά σωτήρια λύση. Να λοιπόν τι εντείνει το συντηρητισμό.
Γνωρίζουμε ότι ο συντηρητισμός φαντάζει ως λύση απέναντι στο φόβο, αλλά αγνοούμε τη λύση που θα μας απαλλάξει από αυτόν. Μια απόλυτα ρομαντική, επιφανειακά λογική αλλά εξαιρετικά προβληματική σκέψη πρεσβεύει ότι από το συντηρητισμό μπορεί να μας απαλλάξει η οικογένεια, η εκπαίδευση, η πολιτική, τα μμε. Ωραίο, αλλά πώς φορείς που κυριαρχούνται από συντηρητισμό θα αντισταθούν σε αυτόν και θα τον αποτινάξουν; Η σκέψη, στην παρούσα φάση, μοιάζει ουτοπική.
Η λύση βρίσκεται αλλού και όχι -με εξαιρέσεις βέβαια- σε οργανωμένους φορείς. Και βρίσκεται στα αδιέξοδα του συντηρητισμού. Ο συντηρητισμός οδηγείται σε αυτοαναίρεση και αυτοκαταστροφή! Είναι πιο απλό και μάλλον πιο λογικό από ό,τι δείχνει. Αναφέραμε ήδη ότι ο συντηρητισμός προκαλεί προβλήματα. Κι αυτά πλέον γίνονται κοινά εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης. Διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικές χώρες επηρεάζονται από οτιδήποτε συμβαίνει στην άκρη της γης. Ντόμινο. Τα πισωγυρίσματα -συντηρητικές αντιδράσεις- είναι αδύνατον να εμποδίσουν στο ελάχιστο την εξέλιξη της αρνητικής κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, οπότε θα αποδειχτούν επικίνδυνα και σταδιακά θα αμφισβητηθούν και θα εγκαταλειφτούν. Και τότε θα είναι αναγκαίο κάτι νέο και διαφορετικό.
Απορία: «Πώς θα γεννηθεί αυτό το νέο, το απαλλαγμένο από το συντηρητισμό»; Κατεβάστε τα χέρια, χαλαρώστε και παρακολουθήστε! Αν δεχτούμε ότι οι εξελίξεις θα συνεχίσουν να συντελούνται ταχύτατα, τότε έχουμε μια βάση για σκέψη. Η ταχύτητα των μεταβολών αποτέλεσε κάτι πρωτόγνωρο και ακατανόητο για το σημερινό κατεστημένο. Ναι αλλά πλέον εδραιώνεται ως το δεδομένο της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι, λοιπόν, αρχίζουν να αποδέχονται αυτούς τους ρυθμούς ως απολύτως φυσιολογικούς. Ήδη -έστω ακούσια- προετοιμάζονται άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ως τυπικό ή έστω μη αναστρέψιμο τον εκρηκτικό ρυθμό ανανέωσης. Οι άνθρωποι αυτοί πιθανώς θα συνεχίσουν, σε μεγάλο βαθμό, να αγνοούν το καινούριο αλλά ήδη κατανοούν την ανάγκη να αποδέχονται το αναπάντεχο, να προσαρμόζονται χωρίς προκαταλήψεις σε αυτό και τελικά να το ελέγχουν και να το διαμορφώνουν.
Προσωπικά είμαι αισιόδοξος. Άλλωστε ήδη βρισκόμαστε στη φάση που τα προβλήματα γίνονται κοινά. Ήδη η Ευρώπη αναζητά κοινές λύσεις για την κρίση που απειλεί τα θεμέλιά της. Ήδη κάτι έχει αρχίσει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όχι πολλοί αλλά σίγουρα περισσότεροι γονείς σήμερα από όσους χθες στρέφουν τα παιδιά τους σε σύγχρονες επιλογές, περισσότεροι δημοσιογράφοι σήμερα από όσους χθες αναγνωρίζουν τα λάθη τους και προχωρούν σε δημιουργικό προβληματισμό, περισσότεροι εκπαιδευτικοί σήμερα από όσους χθες σπρώχνουν τους μαθητές τους σε γόνιμη αμφισβήτηση. Παραφωνία φαντάζει και είναι η πολιτική. Εκεί περισσότεροι πολιτικοί σήμερα από όσους χθες αδυνατούν να αντικρίσουν το καινούριο. Εκεί τα παλιά υλικά συσσωρεύονται και σαπίζουν. Και το έχουμε πει ότι με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια. Τελικά, ούτε κοινωνίες χτίζονται έτσι…

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια…

Αν δεν κάνω λάθος, αν αποφασίζατε να χτίσετε καινούριο σπίτι σήμερα, θα αναζητούσατε και θα αξιοποιούσατε τις πιο σύγχρονες μεθόδους και τα τελευταίας τεχνολογίας υλικά γι αυτό. Ο μόνος λογικός περιορισμός στην προσπάθεια θα ήταν οι οικονομικές δυνατότητές σας. Μπορεί κάποιος να θαυμάζει την αισθητική του Παρθενώνα αλλά πιθανώς δε θα την εφάρμοζε στο σπίτι του. Μπορεί να του προκαλεί δέος το αποχετευτικό σύστημα του ανακτόρου της Κνωσού αλλά για το σπίτι του μάλλον θα προτιμούσε πιο σύγχρονες τεχνικές. Μπορεί να νοσταλγεί το μαγκάλι που χρησιμοποιούσε για να ζεσταθεί ή το φανάρι όπου διατηρούσε τα τρόφιμα η γιαγιά του αλλά στο σπίτι του λογικά θα αξιοποιούσε σύγχρονα συστήματα θέρμανσης και ψυγειοκαταψύκτη μεγάλης χωρητικότητας. Μπορεί να αναπολεί τις ικανότητες και το πρακτικό πνεύμα των μαστόρων άλλων εποχών αλλά μάλλον την οικοδόμηση του σπιτιού του θα εμπιστευόταν στην τεχνογνωσία νεότερων Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών και σύγχρονων κατασκευαστικών εταιριών. Με απλά λόγια, δε χτίζει κανείς σπίτι σήμερα με παλιά υλικά ούτε με τεχνικές που αποτέλεσαν λύσεις ανάγκης του παρελθόντος.
Κι αφού δε χτίζει κανείς σπίτι σήμερα με υλικά του παρελθόντος, για ποιο λόγο πιστεύει ότι μπορεί και προσπαθεί να «χτίσει», εκσυγχρονίσει ή επανιδρύσει μια κοινωνία με τέτοια; Η απάντηση απλή: «Γιατί είναι συντηρητικός, δεν ξέρει τι του γίνεται και άρα δεν έχει διαφορετική επιλογή»! Κι αυτό είναι το βασικό πρόβλημα σήμερα. Δεχόμαστε και υλοποιούμε καινούριες ιδέες, τεχνολογίες, υλικά για το σπίτι μας αλλά δεν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε και -λογικά- να απαιτήσουμε κάτι αντίστοιχο για την κοινωνία. Κατανοούμε ότι οι σημερινές ανάγκες, η αισθητική, ο τρόπος ζωής απαιτούν ένα σπίτι διαφορετικό από εκείνο του παρελθόντος, δεν κατανοούμε, όμως, ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει και με την κοινωνία. Στην πρώτη περίπτωση αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες μας και λειτουργούμε πρακτικά ενώ στη δεύτερη αρνούμαστε πεισματικά ή αδυνατούμε να το κάνουμε. Κάπως έτσι γέμισε ο τόπος σύγχρονα σπίτια σε μια κοινωνία εγκλωβισμένη στο παρελθόν.
Επιλέγουμε Μηχανικούς με σύγχρονη γνώση ικανούς να αξιοποιούν σύγχρονες μεθόδους για το σπίτι μας αλλά δεν κάνουμε το ίδιο για την πόλη, το κράτος ή την Ευρώπη. Εκεί εμμένουμε σε συντηρητικούς πολιτικούς, με συντηρητικά μυαλά και συντηρητικές αντιλήψεις. Η απορία «γιατί τίποτα δε γίνεται σωστά;» είναι μια χαζή απορία. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το πρόβλημα είναι η διαφθορά. Τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμα κι αν αύριο εξαλείφαμε μαγικά από προσώπου γης τη διαφθορά και την ατιμία, τίποτα δε θα άλλαζε ουσιαστικά.
Έχω πια πειστεί ότι κι αν το καταφέρναμε, δε θα έπρεπε να περιμένουμε και πολλά. Δεν είναι αναγκαίο κάποιος να είναι διεφθαρμένος για να είναι ανίκανος. Συχνά δεν είναι η διαφθορά αλλά ο συντηρητισμός που προκαλεί και ανατροφοδοτεί τα προβλήματα. Ο δέσμιος στο παρελθόν είναι ανίκανος να κατανοήσει το παρόν. Πιστεύει κανείς ότι οι πολιτικοί συνολικά είναι ανίκανοι να λύσουν τα προβλήματα, απλώς και μόνο επειδή έχουν πουλήσει την ψυχή τους στο διάβολο; Μάλλον δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι περισσότεροι πολιτικοί είναι ανίκανοι, γιατί είναι συντηρητικοί. Προσπαθούν να χτίσουν μια κοινωνία -τοπική, εθνική, ευρωπαϊκή- αγνοώντας το πώς. Αγνοούν μεθόδους και υλικά για το χτίσιμό της.
Αυτός είναι ο λόγος που δεν ακούμε από πουθενά μια πρόταση σύγχρονη, υλοποιήσιμη και ικανή να μας βγάλει από την κρίση. Να δεχτώ ότι όλοι όσοι κατέχουν εξουσία θεωρούν ότι «έπιασαν την κουτάλα» κι έχουν στήσει φαγοπότι τρελό αδιαφορώντας για την εξεύρεση λύσεων. Μήπως όμως, ακούμε σύγχρονο λόγο και νεωτερικές προτάσεις από εκείνους -π.χ. τα κόμματα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα- που ονειρεύονται την κουτάλα; Όχι βέβαια. Εντάξει, αλλά αν θέλουν να πείσουν εμάς τους ψηφοφόρους να τους οδηγήσουμε στην κουτάλα, δε θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν σύγχρονο λόγο και πειστικές προτάσεις; Με βεβαιότητα ναι. Δεν το κάνουν, λοιπόν, όχι γιατί δε θέλουν αλλά γιατί δεν μπορούν. Λέγεται συντηρητισμός.
Φτάσαμε έτσι σε γραφικότατες καταστάσεις. Χτίζουμε εθνικούς φράχτες για να εμποδίσουμε την ελεύθερη μετακίνηση ατόμων σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, αναζητάμε λύσεις για την οικονομική κρίση από εκείνους που μας οδήγησαν σε αυτή, παρακολουθούμε σήμερα εκστασιασμένοι τις προβλέψεις όσων χτες δεν κατάφεραν να προβλέψουν την άθλια κατάσταση στην οποία οδηγούμασταν με μαθηματική ακρίβεια, εμπιστευόμαστε το σχεδιασμό της κοινωνίας σε αυτούς που σχεδίασαν την γκρίζα πραγματικότητα που βιώνουμε. Η συνεχιζόμενη ανάδειξη συντηρητικών ατόμων, θα συντηρεί όχι απλώς την υπάρχουσα κατάσταση αλλά τη δραματική επιδείνωσή της.
Τα δεδομένα: ο κόσμος ολόκληρος -όχι μόνο η χώρα μας- κυριαρχείται από άτομα συντηρητικά που αδυνατούν να κατανοήσουν τις απαιτήσεις των καιρών. Οι ηγέτες λείπουν από κάθε επίπεδο -εθνικό ή μη- της πολιτικής. Η ολοκληρωτική επιστροφή της κοινωνίας στο παρελθόν είναι ανέφικτη. Η έκφραση και εφαρμογή ιδεών, μεθόδων, πρακτικών που πηγάζουν από το χτες είναι επικίνδυνη σήμερα.
Το συμπέρασμα: η ανάδειξη, με κάθε τρόπο και σε κάθε επίπεδο, ατόμων απαλλαγμένων από το συντηρητισμό είναι ο μόνος δρόμος. Καθετί άλλο θα είναι καταστροφικό. Άλλωστε το είπαμε, με παλιά υλικά δε χτίζονται σύγχρονα σπίτια. Τελικά, ούτε κοινωνίες χτίζονται έτσι…

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Στραβοί όσο ο Πύργος της Πίζας

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του μαθητικού διαγωνισμού “PIZA” (Πίζα) κάθε χρόνο αποτελεί μια από τις πιο συφοριασμένες στιγμές για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι Έλληνες μαθητές τηρώντας πιστά τις εθνικές παραδόσεις διατυμπάνισαν στα πέρατα της οικουμένης το επίπεδο σκραποσύνης στο οποίο τους έχουμε οδηγήσει. Χωρίς ιδιαίτερη… δυσκολία παράμειναν κάτω από το μέσο όρο των επιδόσεων των μαθητών των χωρών του ΟΟΣΑ.
Ο φετινός διαγωνισμός ανάδειξε κάτι παράδοξο. Το παράδοξο βέβαια, δεν είναι οι επιδόσεις των μαθητών σ’ αυτόν. Αυτό είναι το δεδομένο κι εμείς το στηρίζουμε. Δώσε μας δεδομένα εμάς και πάρε μας την ψυχή. Άλλωστε έχουμε περίτρανα αποδείξει ότι από την ανατροπή, την καινοτομία και την πρωτοπορία έχουμε διαζευχθεί από τα γεννοφάσκια μας. Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι στο διαγωνισμό πρώτευσαν -βαρετό αλλά πάλι- Φιλανδοί και Νοτιοκορεάτες μαθητές. Πριν αρχίσουν κάποιοι να σκέφτονται πόσο ρατσιστής είμαι, ξεκαθαρίζω. Το παράδοξο δεν έχει να κάνει με την καταγωγή των μαθητών. Την παραμικρή εμπάθεια δεν τρέφω για τη μία ή την άλλη χώρα. Ούτε θεωρώ παράδοξο ότι μαθητές της λευκής και της κίτρινης φυλής τα κατάφεραν εξίσου καλά. Και βέβαια, σε καμιά περίπτωση δε μου φαίνεται παράδοξο ότι μαθητές με διαφορετικό σχήμα οφθαλμών κατάφεραν να φορέσουν σ’ εμάς «τους γεννημένους πρώτους» ματογυάλια.
Το παράδοξο είναι ότι μαθητές από δυο τελείως διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, τελείως διαφορετικές μεθόδους κατάφεραν να πρωτεύσουν. Από τη μια, οι χαλαροί Φιλανδοί. Αποφεύγουν να προκαλέσουν το παραμικρό στρες στους μαθητές, οι βαθμοί διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο και συχνά οι έλεγχοι επιδόσεων των μαθητών δεν αποτελούν υποχρεωτική πρακτική του σχολείου. Από την άλλη, ο Νοτιοκορεατικός αντίποδας με γνωρίσματα τον έντονο ανταγωνισμό των μαθητών και ωράρια (7.30 - 15.00) που κάνουν τα δικά μας σχολεία να μοιάζουν με κατασκήνωση!
Αναφέρομαι στο παράδοξο του διαγωνισμού επειδή κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει. Αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν υπάρχει ένα και μοναδικό εκπαιδευτικό σύστημα αυθεντία. Διαφορετικές μεταξύ τους μέθοδοι μπορούν να οδηγήσουν σε ίδια αποτελέσματα. Οπότε η αναζήτηση του καλύτερου συστήματος στην οποία έχουν εμπλακεί εδώ και δεκαετίες οι υπεύθυνοι(;) υπουργοί Παιδείας αποδεικνύεται κυνήγι μαγισσών. Η μελέτη άλλοτε του γερμανικού άλλοτε του γαλλικού, πρόσφατα του φινλανδικού και δε συμμαζεύεται συστήματος για να τα ξεπατικώσουμε και να τα εφαρμόσουμε στην Ελλάδα αποδεικνύεται μια μπούρδα και μισή (δηλαδή 11/2 μπούρδα).
Η όλη προσπάθεια στηρίχτηκε απλώς στη μίμηση του θεωρητικού - ιδεολογικού μοντέλου αλλά ποτέ δεν έλαβε υπόψη τις παραμέτρους που απαιτούνται για τη στήριξη οποιουδήποτε εκπαιδευτικού μοντέλου. Η ουσία χάνεται. Και η ουσία πολύ απλά λέει ότι το γαλλικό μοντέλο μπορούν να το στηρίξουν Γάλλοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απευθύνονται σε Γάλλους μαθητές, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται για την ένταξή τους στη γαλλική πραγματικότητα. Αντίστοιχα το φινλανδικό μοντέλο μπορούν να το στηρίξουν Φιλανδοί εκπαιδευτικοί, οι οποίοι απευθύνονται σε Φιλανδούς μαθητές, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζονται για την ένταξή τους στη φινλανδική πραγματικότητα. Με την ίδια λογική θα μπορούσα να σχολιάσω το γερμανικό, το ιαπωνικό, το αφγανικό ή το σενεγαλέζικο σύστημα αλλά θεωρώ ότι θα ήταν εξαιρετικά άσκοπο και χρονοβόρο και για μένα που γράφω και για όσους τυχόν διαβάζουν το συγκεκριμένο.
Τη μια μας φταίνε τα τέσσερα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Την άλλη μας φταίνε τα δεκατέσσερα μαθήματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Την άλλη μας φταίνε τα έξι μαθήματα και … εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι τελικά το μόνο που φταίει για το μαύρο χάλι της εγχώριας εκπαίδευσης είναι ό,τι φταίει και για το μαύρο χάλι της εγχώριας πολιτικής, οικονομίας, έρευνας, κοινωνίας και από όπου και να το πιάσει κανείς το πράγμα έχει καταντήσει βαρετό και άσκοπο.
Ας το δούμε κάποια στιγμή όμορφα και απλά. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα χρειάζεται κτηριακή υποδομή. Έχουμε την υποδομή που χρειαζόμαστε; Αν δεν την έχουμε, τη φτιάχνουμε αργά και σταθερά. Χρειάζεται επίσης εκπαιδευτικούς. Έχουμε τους εκπαιδευτικούς που χρειαζόμαστε; Ως προς τον αριθμό έχουμε και περίσσευμα, οπότε αν χρειάζονται βελτιωτικές κινήσεις, αυτές πρέπει να στραφούν στην κατάρτιση και την υπευθυνότητα. Χρειάζεται παράλληλα, μαθήματα. Έχουμε τα μαθήματα που χρειαζόμαστε; Μάλλον όχι, οπότε μια επαναστατική αναθεώρηση απαιτείται εδώ, γιατί δεν μπορεί ένας μαθητής Γυμνασίου σήμερα να ασχολείται με τα Θρησκευτικά περισσότερες ώρες από ό,τι με την Πληροφορική ή τον Προσανατολισμό. Επίσης χρειάζεται μεθόδους αξιολόγησης τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των μαθητών. Τέτοιες -μεθόδους- έχουμε;
Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να καταπιαστούμε και με αυτά. Ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο υπάλληλο με εξασφαλισμένη θεσούλα. Αυτό δοκιμάστηκε και απότυχε τελείως. Η μονιμότητα για το μέσο Έλληνα ισούται με στασιμότητα. Κι ένας εκπαιδευτικός που καλείται να προετοιμάσει τα παιδιά για μια πραγματικότητα που εξελίσσεται σαν τρελή δεν μπορεί να μένει στάσιμος. Ο Έλληνας χρειάζεται αξιολόγηση και κίνητρο για να στρωθεί στη δουλειά. Από την άλλη, ούτε ο μαθητής πρέπει να συνεχίσει να επαφίεται στη χαλαρότητα του συστήματος και στην απλόχερη μοιρασιά υψηλών βαθμών. «Η γνώση είναι για όλους» αλλά ο καθένας θέλει, μπορεί και επιδιώκει γνώση σε διαφορετικούς τομείς και σε διαφορετικά επίπεδα. Το γεγονός ότι γεμίσαμε την Ελλάδα με αγράμματους πτυχιούχους δε μας βοήθησε πουθενά και είναι καιρός να πείσουμε κάποιες μαμάδες ότι οι κανακάρηδές τους δεν είναι ικανοί για πανεπιστημιακές σπουδές ούτε στο εσωτερικό ούτε και στο εξωτερικό.
Όταν πονάει το κεφάλι, δεν το κόβουμε. Παίρνουμε μια ασπιρίνη ή, για πιο σίγουρα αποτελέσματα, ρίχνουμε κανένα ξεμάτιασμα και τέλος. Με την ίδια λογική ας σταματήσει η εναλλαγή συστημάτων -μάλλον μόνο εισαγωγής στα πανεπιστήμια- σαν τα πουκάμισα (αναφέρομαι σε ανθρώπους με έφεση στην καθαριότητα) κι ας στραφούμε στην ουσία. Καθετί άλλο δείχνει ότι στην αντιμετώπιση της εκπαιδευτικής πραγματικότητας είμαστε τόσο στραβοί όσο κι ο πύργος της Πίζας.

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Αληθινά Χριστούγεννα

Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Πυκνές νιφάδες χιονιού δημιουργούσαν μικρά, κατάλευκα βουναλάκια στο περβάζι του παραθύρου του. Κατάκοπος κάθισε στην καινούρια ξύλινη πολυθρόνα του γραφείου του. Κοίταζε σχεδόν με έκπληξη αγγίζοντας προσεκτικά το βιβλίο που είχε επιλέξει να αγοράσει από το βιβλιοπωλείο που είχε επισκεφτεί νωρίτερα εκείνο το απόγευμα. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Αδυνατούσε να θυμηθεί πότε είχε καθίσει για τελευταία φορά σ’ αυτή τη θέση χωρίς να ανοίξει ταυτόχρονα και τον υπολογιστή με την αυτόματη κίνηση που έκανε πάντα. Είχε περάσει καταπληκτικά εκείνη τη μέρα. Είχε να ζήσει τόσα πολλά και τόσο έντονα, πολύ, μα πάρα πολύ καιρό. Ίσως όσα είχε ζήσει εκείνη τη μέρα, ήταν πολύ περισσότερα και σίγουρα πιο … πραγματικά από όλα όσα είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια. Ένιωθε ευγνωμοσύνη για τη διακοπή του ηλεκτρικού!
…

Είχε μόλις επιστρέψει από το σχολείο του. Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Τις περίμενε πώς και πώς. Είχε σκεφτεί με κάθε λεπτομέρεια τι θα έκανε και δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Ούτε πολύπλοκο ήταν. Υπολογιστής και Διαδίκτυο! Δυο εβδομάδες βουτηγμένος στο ψηφιακό σύμπαν. Δυο εβδομάδες απομονωμένος από τον πραγματικό κόσμο, τον οποίο θεωρούσε βαρετό, αγχώδη και κυρίως κοπιαστικό. Αφού μπορούσε να τα έχει όλα μπροστά του μέσα από μια οθόνη, πίστευε ότι δε χρειαζόταν οτιδήποτε άλλο. Επικοινωνούσε με τους ψηφιακούς φίλους του, έπαιζε μαζί τους παιχνίδια, δεχόταν και έστελνε πληροφορίες για ηλεκτρονικές διευθύνσεις που παρουσίαζαν ενδιαφέρον. Κι όλα αυτά απλώς αγγίζοντας πλήκτρα. Σκεφτόταν ότι τον περίμεναν δυο υπέροχες ψηφιακές εβδομάδες.
Κι εκείνη τη στιγμή της ανείπωτης χαράς και του απόλυτου ενθουσιασμού συνέβη το τραγικά αναπάντεχο. Τα φώτα αρχικά τρεμόπαιξαν και τελικά έσβησαν αφήνοντας το σκοτάδι να επιβληθεί βίαια σκεπάζοντας σχεδόν τα πάντα. Σχεδόν. Η οθόνη του φορητού υπολογιστή παράμεινε ανοιχτή κι αυτό τον έκανε να νιώσει αγαλλίαση που, όμως, για κακή τύχη του δεν κράτησε πολύ. Η πρώτη ειδοποίηση για την μπαταρία που έπνεε τα λοίσθια δεν άργησε να κάνει απειλητικά την εμφάνισή της. Πανικός, απόγνωση, εκνευρισμός. Μα πώς φάνηκε τόσο ανόητος; Πώς δε σκέφτηκε να φορτίσει το μηχάνημα το πρωί φεύγοντας για το σχολείο; Ήξερε ότι δεν είχε πάνω από είκοσι λεπτά πριν σκοτεινιάσει και η οθόνη. Βιαστικά έστειλε μηνύματα σε ορισμένους φίλους του. Περίμενε… Καμιά απάντηση. Μάλλον κι εκείνοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Τι θα έκανε τώρα; Και πόσο θα κρατούσε αυτή η καταραμένη η διακοπή;
Το απαλό χτύπημα στην πόρτα διέκοψε τις μαύρες σκέψεις του. Ήταν η μαμά που κρατούσε ένα κηροπήγιο. Το άφησε δίπλα του στο γραφείο. Μαζί άφησε και μερικά κεριά πληροφορώντας τον ότι το ρεύμα θα ερχόταν αργά το βράδυ. Του ανακάτωσε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, του χαμογέλασε κι όλο συμπόνια τον ρώτησε τι θα έκανε.
Δεν ήξερε!
Δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοια καταστροφή. Άλλωστε δε διέθετε την εμπειρία για κάτι τέτοιο. Δηλαδή, τι μπορούσε να κάνει κάποιος χωρίς υπολογιστή; Θα μπορούσε να κατέβει στο κέντρο μια βόλτα. Εκεί τα πάντα λειτουργούσαν κανονικά. Τουλάχιστον έτσι του είχε πει η μαμά. Κάτι θα ήξερε αυτή. Ωραία, να πάει, αλλά τι θα έκανε εκεί; Να καθίσει στο σπίτι χωρίς υπολογιστή ούτε συζήτηση κι αυτό το διαολεμένο κινητό δε θα ήταν έτοιμο πριν την επόμενη μέρα. Αποκλεισμένος. Έτσι ένιωθε. Δεν καταλάβαινε ποιος και γιατί τον τιμωρούσε τόσο σκληρά, τόσο απάνθρωπα, τόσο ολοκληρωτικά. Θα έπεφτε σε κατάθλιψη. Με βαριά καρδιά ντύθηκε ζεστά, κοίταξε το πορτοφόλι του για χρήματα, φύσηξε απαλά το κερί για να σβήσει και έκλεισε πίσω του την πόρτα του δωματίου ρίχνοντας μια απελπισμένα πονεμένη ματιά στη σκοτεινή πια οθόνη του υπολογιστή.
Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Το κατάλευκο τοπίο του έκανε εντύπωση. Κρύες νιφάδες έπεφταν στα μάγουλά του και στα ρούχα του και μετά από λίγο εξαφανίζονταν με τρόπο μαγικό. Παρατηρώντας το παιχνιδιάρικο στριφογύρισμά τους έφτιαχνε με τη φαντασία του εικόνες άλλοτε απειλητικές κι άλλοτε ευχάριστες. Είχε πολύ καιρό να φανταστεί εικόνες. Ο υπολογιστής τού τις έδινε πάντα έτοιμες. Συνειδητοποίησε ότι η κίνηση γύρω του γινόταν όλο και πιο έντονη. Τα πρώτα φώτα φάνηκαν στους δρόμους και τα μαγαζιά της πολύβουης αγοράς. Πλησίαζαν οι γιορτές και οι περισσότεροι έτρεχαν για τις τελευταίες αγορές. Δώρα, γλυκά, τρόφιμα, ρούχα.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας περνούσαν δίπλα του. Στριμώχνονταν έξω από τις στολισμένες βιτρίνες, τον άγγιζαν. Στάθηκε παρατηρώντας τα πρόσωπά τους απορημένος. Μπορεί να ήταν και φόβος. Μερικοί από τους νεότερους ίσως ήταν «φίλοι» του στο Facebook σκέφτηκε, περισσότερο για να καθησυχάσει τον εαυτό του. Κι όμως, στον πραγματικό κόσμο ένιωθε και ήταν μόνος. Δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν. Τι να έκανε; Μπορούσε να τους πλησιάζει και να τους ρωτά: δε μου λες, μήπως έχεις κάνει ποτέ «add» στην τάδε διεύθυνση ή μήπως στον ψηφιακό κόσμο κυκλοφορείς με το ψευδώνυμο «το νυχτολούλουδο»; Όχι, θα τον περνούσαν για τρελό και δεν είχε καμιά διάθεση να περάσει τις διακοπές του κλεισμένος σε κάποιο ίδρυμα για τέτοιους.
Αναστέναξε κι έστρεψε το βλέμμα στη βιτρίνα πίσω του. Συνειδητοποίησε ότι στεκόταν μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο. Κάθε είδους βιβλία στόλιζαν το δέντρο που υπήρχε μέσα από το τζάμι. Πολύχρωμα λαμπάκια αναβόσβηναν ανάμεσα σε cd, γιρλάντες, βιβλία, κουτιά με προγράμματα για υπολογιστές, παιχνίδια. Την προσοχή του τράβηξε ένα βιβλίο. Στο εξώφυλλό του δέσποζε το πληκτρολόγιο ενός υπολογιστή. Ένιωσε οικεία. Ήταν του Κέβιν Μίτνικ. Ο Μίτνικ αποτελούσε κάτι ιερό για τον κυβερνοχώρο. Πασίγνωστος χάκερ που «πλήρωσε» τα κόλπα του με φυλάκιση. Χωρίς ιδιαίτερο κέφι, αποφάσισε να μπει μέσα για να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες.
Άνοιξε τη γυάλινη πόρτα. Ήθελε να περάσει απαρατήρητος. Δεν τα κατάφερε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Ένα καταραμένο κουδουνάκι έκανε τα πάντα για να ειδοποιήσει όλους για την είσοδό του. Κοίταξε τρομαγμένος γύρω του. Κανείς δε φαινόταν να έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στην είσοδό του. Τι κάνει κάποιος σε ένα … πραγματικό βιβλιοπωλείο; Μπορούσε να περιηγηθεί με άνεση σε κάθε ψηφιακό κατάστημα. Ακόμα και σε ψηφιακά βιβλιοπωλεία ήταν συχνός επισκέπτης. Αλλά εδώ; Σαστισμένος χρειάστηκε λίγη ώρα ώσπου να συνειδητοποιήσει το άγγιγμα στο μπράτσο του.
Γύρισε έκπληκτος για να αντικρίσει ένα χαμογελαστό πρόσωπο.
«Γεια σου, είμαι η Αλκμήνη κι αν δεν κάνω λάθος εσύ είσαι ο Νίκος, αν βέβαια δεν κυκλοφορείς με ψεύτικα στοιχεία στο Facebook. Το δικό μου, πάντως, είναι το πραγματικό όνομα»!Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Το πρόσωπό της κάτι του θύμιζε. Ναι, βέβαια! Ήταν η κοπέλα με την οποία συνομιλούσε πριν μερικές μέρες σε ένα forum από τα χιλιάδες που είχαν στηθεί στο Διαδίκτυο. Του είχε φανεί ενδιαφέρουσα και το όνομά της του είχε κάνει εντύπωση. Είχε αναζητήσει στο google τη σημασία του. «Αυτή που ακτινοβολεί», είχε βρει σε μια ιστοσελίδα. Καθόλου τυχαίο, σκέφτηκε. Είχε μείνει έκθαμβος. Την κοίταζε αποσβολωμένος. Ήταν πανέμορφη. Τα ξανθά μαλλιά της έπεφταν με χάρη γύρω από το όμορφο πρόσωπό της, η λευκή επιδερμίδα της ακτινοβολούσε ανάμεσα στα χριστουγεννιάτικα στολίδια, το άρωμά της τον μεθούσε. Σίγουρα ήταν πολύ πιο όμορφη από ό,τι έδειχνε μέσα από τα pixels της οθόνης.
«Ε, τι έπαθες; Μύγα σε τσίμπησε ή μήπως είδες το φάντασμα των Χριστουγέννων»;Ήταν πολύ όμορφη και πολύ … αληθινή για να είναι φάντασμα.
«Εεε να, εγώ δεν»!
Ένιωθε βλαμμένος. Πού πήγε η άνεση που είχε κάθε που επικοινωνούσε, ακόμα και με καινούρια άτομα στο Διαδίκτυο;
Η Αλκμήνη τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
«Σε γνώρισα με το που σε είδα εδώ μέσα. Δεν πιστεύω να σε πείραξε που σου μίλησα. Μάλλον είσαι κι εσύ θύμα της διακοπής του ρεύματος, όπως και αρκετοί άλλοι. Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο εδώ μέσα ή κάνεις βόλτες μέχρι να επανέλθει το ρεύμα»;Της εξήγησε τι έψαχνε.
«Α, “Η τέχνη της απάτης”, εκπληκτικό βιβλίο. Το έχω διαβάσει. Πάμε να το βρούμε. Στηρίξου σε μένα, γνωρίζω καλά τα κατατόπια. Εγώ δε βρήκα αυτό που έψαχνα. Μου είπαν ότι θα το έχουν αύριο, οπότε πρέπει να ξανάρθω. Θα είσαι η καλή πράξη μου για σήμερα. Έλα από εδώ».Και πριν προλάβει να σκεφτεί το παραμικρό, ένιωσε το ζεστό χέρι της να πιάνει απαλά το δικό του και να τον τραβολογάει με άνεση ανάμεσα σε διαδρόμους γεμάτους βιβλία. Ένιωσε ρίγος κι όχι εξαιτίας των βιβλίων που τον περιτριγύριζαν. Όταν μιλούσαν τις προάλλες, αισθανόταν ωραία αλλά αυτό το άγγιγμα ήταν υπέροχο.
Η Αλκμήνη στάθηκε μπροστά σε ένα ράφι, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και τράβηξε το βιβλίο που έψαχναν.
«Αυτό είναι» του είπε, «αν δε θέλεις κάτι άλλο πάμε στο ταμείο και μετά για καφέ εδώ δίπλα. Θα γνωρίσεις μερικούς από την παρέα με την οποία συνομιλούσαμε πριν λίγες μέρες. Μην ανησυχείς, κι εγώ πρόσφατα τους γνώρισα πραγματικά, είναι πολύ ενδιαφέροντες όλοι τους. Αξιόλογα άτομα, όχι τίποτα φρικιά που νιώθουν φυσιολογικά μόνο όταν βρίσκονται καλά κρυμμένα πίσω από την ανωνυμία που τους προσφέρει ο υπολογιστής».Αισθάνθηκε αμήχανος. Μήπως εννοούσε τον ίδιο; Μπα! Μπορεί να περνούσε αρκετές ώρες μπροστά στην οθόνη αλλά ποτέ δεν ένιωσε την ανάγκη να κρύψει την ταυτότητά του. Δεν είχε φτάσει ακόμα σε τέτοια όρια ανασφάλειας.
Το ύφος της έδειχνε άτομο σίγουρο, δυναμικό. Η πιθανότητα να της φέρει κάποιος αντίρρηση μάλλον δεν περνούσε καθόλου από το μυαλό της. Χωρίς να αντιδράσει, βρέθηκε στο ταμείο να πληρώνει το βιβλίο ενώ η Αλκμήνη δίπλα του συνέχιζε να μιλάει ακατάπαυστα. Βγήκαν από το βιβλιοπωλείο στον κρύο αέρα. Τα μάγουλα της καινούριας φίλης του κοκκίνισαν κι αυτό την έκανε ακόμα πιο όμορφη. Τον έπιασε από το μπράτσο και άρχισαν να προχωράνε. Σκέφτηκε ότι ήταν εκπληκτική. Ανάδιδε ζωντάνια, χαρά, κέφι. Και όλα αυτά κατάφερνε χωρίς προσπάθεια να του τα μεταδίδει τόσο έντονα όσο καμιά ψηφιακή γνωριμία δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα.
Την αισθάνθηκε να κοντοστέκεται.
«Άκου!» τον πρότρεψε και σήκωσε το χέρι της για να του δείξει. Λίγο πιο πέρα, μπροστά από ένα στολισμένο δέντρο μια παιδική χορωδία τραγουδούσε μελωδικά με τη συνοδεία μιας μικρής, ιδιαίτερα κεφάτης μπάντας. Στάθηκαν για λίγο απολαμβάνοντας τους μαγευτικούς ήχους του “Sleigh Ride”. Συμφώνησαν ότι ήταν ένα από τα πιο ρυθμικά, χαρούμενα και … ανόητα χριστουγεννιάτικα τραγούδια καθώς έπαιρναν και πάλι το δρόμο για το καφέ.
Σε λίγο είχαν φτάσει. Μπαίνοντας, η Αλκμήνη τον πληροφόρησε ότι οι υπόλοιποι βρίσκονταν ήδη εκεί. Ένιωσε έκπληκτος. Ήταν στον παράδεισο; Ήρεμη, χαρούμενη μουσική, στολίδια παντού. Δεκάδες αρώματα πλανιούνταν στην ατμόσφαιρα, πλέκονταν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια πανδαισία από υπέροχες μυρωδιές. Φρέσκος καφές, βανίλια, τσάι, καραμέλα, πραλίνα, αχνιστές σοκολάτες έστηναν πανηγύρι με την όσφρησή του. Πριν το πολυκαταλάβει είχε παρασυρθεί σε ένα τραπέζι όπου κάθονταν δυο αγόρια και τρία κορίτσια, όλοι μάλλον συνομήλικοί του. Οι συστάσεις έγιναν στα γρήγορα για να αρχίσει αμέσως μετά η κουβέντα. Δε χρειάστηκε πολύ χρόνο προσαρμογής. Η παρέα ήταν άνετη και γρήγορα αισθάνθηκε και ο ίδιος χαλαρός. Μίλησαν για υπολογιστές, για βιβλία, για μουσική, αστειεύτηκαν, γέλασαν, γνωστοποίησαν τις επιθυμίες τους για τη νέα χρονιά. Είπαν πράγματα για την προσωπική ζωή τους που ποτέ δε θα άγγιζαν στις ολονύχτιες κουβέντες που έστηναν στο internet. Έδειχναν και μάλλον ένιωθαν άνετα. Εκμυστηρεύτηκαν τα όνειρά τους, σχολίασαν με χιούμορ τις συνήθειές τους, τους γονείς τους.
Μετά από πολύ καιρό ένιωθε ότι γνωρίζει πραγματικά κάποιους καινούριους φίλους. Κι αυτοί ήταν πραγματικοί φίλοι. Τους είχε μπροστά του, όχι μόνο τους άκουγε, μπορούσε να τους αγγίξει, τους ένιωθε κοντά του. Δίπλα του είχε ανθρώπους και περνούσε καλά. Πραγματικά καλά. Κατάλαβε ότι είχε πολλή ώρα να σκεφτεί τον υπολογιστή και το εκμυστηρεύτηκε δειλά στους άλλους. Κι εκείνοι το ίδιο. Όλοι ένιωθαν ότι δεν τους έλειπε. Μπορούσαν τελικά να μείνουν μακριά του.
Η ώρα πέρασε γρήγορα, χωρίς να το καταλάβουν. Ένιωθε ανανεωμένος, χαρούμενος, γεμάτος. Ετοιμάστηκαν να φύγουν. Είχαν την άνεση για μια βόλτα πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους. Το χιόνι είχε σταματήσει να πέφτει. Τα πάντα ήταν κάτασπρα.
Η Αλκμήνη έφτιαξε μια χιονόμπαλα και του την πέταξε. Δεν άργησε να γίνει πανικός. Μέσα σε φωνές, γέλια, γλίστρες στον παγωμένο πεζόδρομο, θεαματικές πτώσεις -ευτυχώς όχι οδυνηρές- ο χιονοπόλεμος ξεκίνησε. Ένιωθε ζωντανός καθώς άφηναν πίσω τους την πολύβουη αγορά. Είχαν ιδρώσει, ένιωθαν κατάκοποι αλλά το κέφι τους παράμενε αμείωτο καθώς αποχαιρετούσαν όσους έφταναν ήδη στο σπίτι τους ανταλλάσσοντας τηλέφωνα και κανονίζοντας το ραντεβού της επόμενης μέρας. Αποδείχτηκε ότι η Αλκμήνη δεν έμενε πολύ μακριά του. Είχαν μείνει οι δυο τους. Η βλάβη που είχε προκαλέσει τη διακοπή του ρεύματος δεν είχε αποκατασταθεί ακόμα. Από τα παράθυρα των σπιτιών αχνόφεγγε φως κεριών.
Τον έπιασε πάλι από το χέρι -φοβόταν μη γλιστρήσει του είπε- και του χαμογέλασε καθώς προχωρούσαν στο δρόμο που φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι και τα αστέρια της κρύας νύχτας συνεχίζοντας την κουβέντα. Ένιωσε και πάλι το ίδιο ρίγος που είχε αισθανθεί στο βιβλιοπωλείο. Ήταν τόσο αληθινή, τόσο αυθόρμητη. Περπάτησαν λίγο ακόμα. Έφτασαν έξω από το σπίτι της. Συνειδητοποίησε ότι είχαν τόσα πολλά να πουν ακόμα. Δεν ήθελε να την αποχωριστεί. Ό,τι αισθανόταν, ό,τι είχε αισθανθεί εκείνο το απόγευμα ήταν γι αυτόν πρωτόγνωρα συναρπαστικά.
Η φίλη του στάθηκε απέναντί του μπροστά στην εξώπορτα της αυλής του όμορφου σπιτιού.
«Πέρασα πολύ όμορφα σήμερα! Κι όπως κανονίσαμε, μην ξεχαστείς μπροστά στον υπολογιστή» του πέταξε πειραχτικά, «σε περιμένω αύριο το μεσημέρι. Και μετά τον κινηματογράφο θα βρούμε τους άλλους για καφέ».Ο ίδιος ήξερε ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να ξεχαστεί. Δεν έβλεπε τη στιγμή για να την ξαναδεί. Δε θα άλλαζε με τίποτα την παρέα της. Ψέλλιζε κάποια λόγια αποχαιρετισμού όταν, η Αλκμήνη, απρόσμενα, τον αγκάλιασε και τον φίλησε γλυκά στο μάγουλο. Ένιωσε χιλιάδες βολτ να διαπερνούν το σώμα του. Είχε την αίσθηση ότι τα πάντα φωτίστηκαν ξαφνικά από αυτό το φιλί. Δεν είχε αντιληφτεί ότι την ίδια στιγμή είχε επανέλθει το ρεύμα. Έμεινε ακίνητος να την κοιτάζει μαγεμένος. Αδύναμος να δώσει εντολή στα πόδια του να ξεκουνηθούν την άκουσε να του φωνάζει γελώντας:
«Εκεί θα περάσεις όλη τη νύχτα; Πήγαινε σπίτι σου πριν ξεπαγιάσεις. Δε θα είναι καθόλου ωραίο να περάσεις τις διακοπές κρεβατωμένος».Της χαμογέλασε.
«Ήθελα να σιγουρευτώ ότι δε θα γλιστρήσεις…» δικαιολογήθηκε και ξεκίνησε για τα τελευταία μέτρα που τον χώριζαν από το σπίτι του σφυρίζοντας γεμάτος κέφι το“Sleigh Ride”, το τραγούδι που είχαν ακούσει από τις παιδικές φωνές έξω από το βιβλιοπωλείο. Το χιόνι είχε αρχίσει να πέφτει και πάλι πυκνό.
Όταν ανέβηκε στο δωμάτιό του οι γονείς του, που κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, κοιτάχτηκαν έκπληκτοι.

«Τι έπαθε αυτός;» ρώτησε ο μπαμπάς τη μητέρα του. «Είχα να τον δω τόσο κεφάτο πολύ καιρό. Περίμενα ότι θα είναι μέσα στα νεύρα και την κατήφεια. Ούτε κινητό ούτε υπολογιστή! Πίστευα ότι θα περνούσαμε δύσκολο βράδυ». Η μαμά απλώς χαμογέλασε όλο νόημα. Καταλάβαινε το γιο της πολύ καλά και ήξερε ότι τίποτα ανησυχητικό δε συνέβαινε.
Την ίδια στιγμή ο Νίκος είχε χαθεί στις σκέψεις του. Το αχνοκίτρινο φως της λάμπας δημιουργούσε γαλήνια ατμόσφαιρα στο ζεστό δωμάτιο προκαλώντας παιχνιδιάρικες σκιές. Η οθόνη του υπολογιστή απέναντί του παράμενε σκοτεινή. Είχε τόσα πολλά στο μυαλό του, μάλλον γιατί είχε ζήσει πολλά. Ήταν ευτυχισμένος. Αναρωτιόταν πόσα πράγματα είχε χάσει κολλημένος στον υπολογιστή. Είχε χρειαστεί μόνο ένα απόγευμα για να καταλάβει ότι τελικά, ο πραγματικός κόσμος ήταν καλύτερος, πιο όμορφος, πιο έντονος και σίγουρα πολύ πιο συναρπαστικός από τον ψηφιακό!
Μπροστά του απλώνονταν οι πολυήμερες χριστουγεννιάτικες διακοπές. Έπρεπε να αναθεωρήσει τα σχέδιά του. Έσβησε τη λάμπα, κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι του και χώθηκε κάτω από το χοντρό πάπλωμα. Έκλεισε τα μάτια του. Ήξερε ότι αυτά θα ήταν Αληθινά Χριστούγεννα!
Δημοσιεύτηκε στη Συλλογή Διηγημάτων
"Λαρισαίων Διηγήματα"

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Κοινωνία Αταξίας

Η τύχη του αντικαπνιστικού νόμου απλώς ενίσχυσε την αντίληψη ότι στη χώρα μας ο καθένας κάνει ό,τι του… καπνίσει. Η ανυπακοή στον αντικαπνιστικό νόμο δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας. Στην Ελλάδα ο σεβασμός των νόμων είναι η εξαίρεση. Η καταπάτησή τους είναι ο κανόνας. Η αίσθηση «αταξίας» είναι έντονη και διαρκής. Πεζόδρομοι που καταλαμβάνονται από τραπέζια, καθίσματα και μηχανοκίνητα, φοροδιαφυγή κάθε μορφής, διαφθορά δημόσιων λειτουργών, σπατάλη δημόσιου χρήματος, φακελάκια σε νοσοκομεία, πολεοδομίες και εφορίες, αυθαίρετα σε πόλεις, βουνά και παραλίες. Ακόμα και στις πιο απλές, καθημερινές σχέσεις, συναλλαγές και διαδικασίες, αντιλαμβάνεται κανείς την ανυπαρξία δομής, ορίου, σεβασμού.
Η πηγή της παγιωμένης «αταξίας» είναι εύκολο να εντοπιστεί αρκεί να βάλουμε τις σκέψεις μας σε «τάξη». Για να φτάσουμε στη ρίζα του κακού δεν έχουμε παρά να ξετυλίξουμε ένα κουβάρι απλών ερωτημάτων.
Τα πάντα ξεκινούν από αυτό: Τι καθορίζει το επίπεδο «τάξης» μιας δημοκρατικής κοινωνίας; Μα φυσικά ο νόμος. Αυτός καθορίζει τα όρια. Διασαφηνίζει το αποδεκτό και το απαράδεκτο σε ατομικό και θεσμικό επίπεδο. Προϋπόθεση, όμως, για να λειτουργεί ο νόμος είναι η αποδοχή του από την πλειονότητα. Μια μειονότητα -αυτό θα ήταν το λογικό- που τον παραβιάζει υπόκειται τις συνέπειες, οι οποίες και πάλι καθορίζονται από το νόμο. Εδώ έχουμε το πρώτο πρόβλημα. Στη χώρα μας μόνο μια μειονότητα σέβεται το νόμο.
Και ποιος ευθύνεται για τους νόμους και την επιβολή τους; Μα φυσικά η εξουσία. Αυτή, εκλεγμένη από το λαό, έχει οριστεί να θεσπίζει νόμους που υπηρετούν τα συμφέροντα του συνόλου, συμβάλλουν στην πρόοδο, διασφαλίζουν ισότητα και δικαιοσύνη. Η εξουσία, βέβαια, έχει και την ευθύνη της εφαρμογής και της τήρησής τους από όλους -πολιτικούς και πολίτες, πλούσιους και φτωχούς, άντρες και γυναίκες, μορφωμένους και αγράμματους.
Το θέμα τώρα είναι αν διαθέτουμε εξουσία ικανή να επωμιστεί τις ευθύνες της. Αυτό το γνωρίζουν ακόμα και οι πέτρες (μάλλον γι αυτό σημαντικός πολιτικός παράγων του τόπου δήλωσε πρόσφατα: «Θα μας πάρουν με τις πέτρες»). Η εξουσία μας -εδώ εμφανίζονται ελάχιστες εξαιρέσεις- κυριαρχείται από τη διαφθορά, το λαϊκισμό, την αυθαιρεσία, το νεποτισμό. Κυριαρχείται από το φόβο της αντιπαράθεσης με μεγάλα ή και μικρότερα συμφέροντα. Τρομάζει ακόμα και στην ιδέα αυτή, γιατί συνδέει την αντιπαράθεση με το πολιτικό κόστος. Και πολιτικό κόστος σημαίνει ότι κάποιοι πολιτικοί θα χάσουν τις θεσούλες τους. Και αυτό είναι το τελευταίο που επιθυμεί κάποιος πολιτικός. Η εξουσία ανέχεται την καθημερινή παραβίαση του νόμου αφήνοντας την «αταξία» να … εξουσιάζει.
Όμως, η εξουσία είναι κάτι που τυχαίνει σε ένα λαό; Όχι βέβαια! Είναι κάτι που εκλέγεται, ελέγχεται και εξαρτάται από αυτόν. Αυτό… πονάει, γιατί οι περισσότεροι αισθάνονται καλύτερα ρίχνοντας όλα τα βάρη στην εξουσία. Αφού, λοιπόν, ο λαός εκλέγει την εξουσία του, είναι δυνατόν να εκλέγει μια εξουσία που δεν του αρέσει και δεν του ταιριάζει; Απίθανο. Ο λαός εκλέγει την εξουσία που επιθυμεί και του ταιριάζει. Επιλέγει ελεύθερα ή ανέχεται μέσω της αποχής του και αυτό σημαίνει ότι για την ποιότητα της εξουσίας μας είμαστε ολοκληρωτικά υπεύθυνοι. Κι αν η εξουσία μας έχει τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν, τότε και ο λαός έχει τα ίδια γνωρίσματα. Δεν μπορεί από ένα λαό που είναι «νερό για λειτουργιά» να προκύπτει εξουσία διεφθαρμένη. Κι αν αυτό συνέβαινε κάποια στιγμή, ο λαός με τη δύναμή του θα την έστελνε από εκεί που ήρθε σε μικρό χρονικό διάστημα.
Ναι αλλά από τι εξαρτώνται το επίπεδο και οι επιδιώξεις του λαού; Το παζλ ολοκληρώνεται. Ο λαός, λοιπόν, διαπαιδαγωγείται από όσα αντιλαμβάνεται καθημερινά μέσα στην οικογένεια, το σχολείο, την πολιτεία. Και τι βλέπει εκεί; Τη μετριότητα να κυριαρχεί, τη διαφθορά να κάνει κουμάντο, το λαϊκισμό να ρυθμίζει τις σχέσεις, την αυθαιρεσία να καλύπτει τα πάντα, τον ατομικισμό να καθοδηγεί, την ευκολία να αποτελεί μόνιμη επιλογή. Εντάξει αλλά ποιος επιτρέπει τη διαιώνιση της δυσλειτουργίας και της αταξίας όλων αυτών; Ελάτε τώρα! Η απάντηση είναι γνωστή. Μα φυσικά ο νόμος. Στο παζλ μπήκε και το τελευταίο κομμάτι. Φτάσαμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε, δηλαδή από το ότι εδώ νόμος είναι η αταξία. Κι όσο η εξουσία -δηλαδή εμείς που την επιλέγουμε ή την ανεχόμαστε- συνεχίζει να τροφοδοτεί την αταξία, η πραγματικότητά μας θα συνεχίσει να είναι θλιβερά και χαοτικά ακατάστατη.
Κύκλος είναι κι όσο αυτός δε σπάει, η τήρηση του νόμου, δηλαδή, ο σεβασμός των ορίων θα αποτελεί εξαίρεση συμπεριφοράς μιας ελάχιστης μειονότητας αδύναμης να διαφυλάξει την τάξη. Το πρόβλημα είναι ότι η κατάσταση αυτή λειτουργεί εθιστικά και επιβάλλεται σε κάθε επίπεδο. Οι περισσότεροι λειτουργούν με την ιδέα: ο νόμος είμαι εγώ. Καθημερινά απαιτούν εκβιαστικά ό,τι είναι ανίκανοι να κατακτήσουν και επιβάλλουν με άξεστο τρόπο ό,τι περιορίζει τους άλλους επιτείνοντας το χάος της αταξίας. Το παράλογο είναι ότι όλοι αυτοί είναι οι πρώτοι που διαμαρτύρονται, όταν κάποιοι άλλοι, εξίσου ή περισσότερο άξεστοι και χυδαίοι, βρίσκονται στο δρόμο τους και επιβάλλουν τη δική τους αταξία. Γιατί, όταν μια κοινωνία δε στηρίζεται στην τάξη, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα βρίσκεται κάποιος πιο άξεστος και πιο χυδαίος και επιβάλλει τη δική του πιο χαοτική αταξία!