Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

DNA με ημερομηνία λήξης!


Για το DNA των Ελλήνων φαντάζομαι ότι έχετε ακούσει πολλά! Μάλλον, υπερβολικά πολλά! «Είμαστε γεννημένοι για να είμαστε πρώτοι», «οι Έλληνες έχουν τις νίκες γραμμένες στο DNA τους» και άλλα τέτοια περισπούδαστα, βαθυστόχαστα, δηλωτικά της μοναδικής ευφυΐας μας και... φυσικά, απολύτως επιστημονικά τεκμηριωμένα. Οι αποδείξεις πολλές! Μάλλον υπερβολικά πολλές κι αυτές. Ποιος άλλος λαός έχτισε Παρθενώνα; Ε; Ποιος έγραψε έπη στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στο Χάνι της Γραβιάς, στο Γοργοπόταμο, στη Eurovision..., για να θυμηθώ ορισμένες μόνο από τις λαμπρές σελίδες της ιστορικής πορείας του έθνους; Ε; Ποιος; 
Για να μη σας βάζω τώρα σε νοητικές περιπέτειες -τις οποίες αρκετοί καθόλου ανέχεστε-, η απάντηση είναι μία και μοναδική και δεν είναι παρά ένα βροντερό και... ηχηρό ΟΧΙ! Οι «άλλοι» (υποτιμητικό) δεν έγραψαν τέτοιες εποποιίες. «Αυτοί» (υποτιμητικό) κάτι κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, κάτι... κοντές πυραμίδες, κάτι ξυλάγγουρους πύργους του Άιφελ, κάτι πύργους της Πίζας που φοβάσαι να περάσεις από κάτω, επειδή γέρνουν επικίνδυνα, κάτι μαγευτικά σαχλές όπερες, κάτι βρομοπαλάτια στιλ Λούβρου και άλλα βρομομνημεία διάσπαρτα σε όλη την οικουμένη, κάτι παλιοεξελίξεις και ψιλοεφευρέσεις σε θέματα Γενετικής, Πληροφορικής, Φυσικής, Χημείας, κάτι χαζοεπιτεύγματα σε θέματα Οικονομίας και γενικά... χάλια μαύρα και παντελώς ανάξια λόγου και προσοχής. Με απλά λόγια, απλώς μικροπράγματα «αυτοί» οι «άλλοι» (και τα δυο με υποτιμητικό τρόπο). 
Λοιπόν, νομίζω ότι τα τεκμήρια της γενετικής ανωτερότητάς μας είναι αδιάσειστα και μόνο άνθρωποι τυφλοί -νοητικά- και κακεντρεχείς και με υψηλό πυρετό που δεν τους αφήνει να ηρεμήσουν, αρνούνται ή αδυνατούν να τα δουν και να τα αποδεχτούν. Όλα αυτά, εμένα που ανήκω στο συγκεκριμένο έθνος και στην Παιδεία του, με κάνουν εξαιρετικά υπερήφανο και χαρούμενο και γενικά μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο κάθε που σκέφτομαι την τιμή που μου έλαχε. Κάποτε είχα περάσει μια περίοδο προβληματισμού και σκεφτόμουν μήπως δεν έπρεπε να «παίρνω και τόσο ψηλά τον αμανέ» και να «καβαλάω το καλάμι», επειδή είναι λίγο... τυχαίο το ότι ανήκω στο ελληνικό έθνος και δεν ανήκω σε ένα άλλο διπλανό. Είχα κοντέψει, όμως, να πάθω κατάθλιψη και πολύ γρήγορα εγκατέλειψα τέτοιους προβληματισμούς. Στο κάτω κάτω, σκέφτηκα ότι εξίσου ή και (αμαρτία που το γράφω τώρα) περισσότερο χαρούμενος θα ένιωθα κι αν κέρδιζα ένα βαρβάτο τζόκερ. Κι αυτό τυχαίο θα ήταν αλλά καθόλου θα μετρίαζε τη χαρά μου. 
Την κατάθλιψη μπορεί τότε να τη γλύτωσα παραμερίζοντας απλώς κάποιους προβληματισμούς. Έβαλα το «μακάριοι οι πτωχοί στο πνεύμα» σε πράξη και ησύχασα. Νέες παλιοσκέψεις, όμως, εμφανίζονται διαρκώς στον ορίζοντα απειλώντας να διαταράξουν τη μακαριότητά μου. Από τη μια, τα οικονομικά. Πώς εμείς, ο πιο προικισμένος λαός φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Πώς γίνεται η πληρωμή των μισθών, των συντάξεων, των επιδομάτων μας να εξαρτάται από την κάθε Γερμανία, την κάθε τρόϊκα, τρίλιζα, φιδάκι, γκρινιάρη και δε συμμαζεύεται; Έθνη και λαοί, που ακόμα θα ζούσαν στα δέντρα και στις σπηλιές και θα έτρωγαν ο ένας τον άλλον, αν δεν ήμασταν εμείς να τους κατεβάσουμε από τα δέντρα και να τους βγάλουμε από τις σπηλιές και να τους μάθουμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον, γίνεται να επεμβαίνουν τώρα και να ρυθμίζουν καθοριστικά τα εσωτερικά μας; 
Κι άντε, τα οικονομικά. Σκέφτομαι ότι εμείς ήμασταν ανέκαθεν πολύ λάρτζ λαός και ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με τέτοια πεζά και μίζερα και μπακαλίστικα θέματα. Είχαμε πάντα στο μυαλό μας ότι ό,τι μας έδιναν οι «ξένοι» (υποτιμητικά) ήταν από υποχρέωση, επειδή παλιότερα εμείς τους κατεβάσαμε από τα δέντρα και τους βγάλαμε από τις σπηλιές και τους μάθαμε να τρώνε βλίτα και κουτόχορτο, ώστε να μην τρώνε ο ένας τον άλλον. Τέλος πάντων. Έρχονται τώρα και μας τα ζητάνε πίσω ενώ παράλληλα μας έχουν ψεκάσει με κάτι περίεργες ουσίες, ώστε να μην πολυαντιδρούμε. Όλα αυτά δε θα ήταν ικανά να μου χαλάσουν την ψυχολογία. Είχα στο μυαλό μου τους ολυμπιακούς. Πεδίο δόξας λαμπρό για ένα έθνος που έχει τις νίκες χαραγμένες στο DNA του. Με αυτή τη σκέψη και με ανάλογη εκδικητική προς τους ξένους διάθεση περίμενα ανυπόμονα το μεγάλο γεγονός, στο οποίο το έθνος μας, για μια ακόμα φορά, θα έδειχνε τι αξίζουμε. Περίμενα... Περίμενα... Περίμενα... Και μάλλον θα περιμένω πολύ τη δικαίωση. Μάλλον δε θα έχω τη χαρά να δω τη γαλανόλευκη να κυματίζει και να ακούσω τον εθνικό ύμνο μας να παιανίζει προς τιμήν των νικητών αθλητών μας. Αυτό, όμως, δεν το χωράει ο νους μου. Και πιστεύω ότι κανενός ο νους δεν το χωράει εκτός κι αν είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Μαύρες σκέψεις με έχουν ζώσει. Τι έγινε το πασίγνωστο και νικηφόρο DNA μας; Πού είναι οι νίκες που είναι γραμμένες στο γενετικό υλικό μας αλλά δεν τις είδαμε γραμμένες στους φωτεινούς πίνακες των βρετανικών ολυμπιακών σταδίων; Πού πήγε και χάθηκε; Μετακόμισε στην Κίνα, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τζαμάικα και σε άλλες χώρες που σαρώνουν τα μετάλλια; Ή μήπως το DNA μας είχε ημερομηνία λήξης κι αυτή έφτασε; Είναι, όμως, δυνατόν κάτι τέτοιο; Τι είναι το DNA και λήγει; Γάλα είναι; Γιατί κι αυτό έχει ημερομηνία λήξης αλλά η μάνα μου επιμένει: «άντε, παιδάκι μου, και μια και δυο μέρες μετά να το πιείς, δεν παθαίνεις τίποτα»!

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

treloglykoulini@...gr (τρελογλυκουλίνι παπάκι τελείες τζι αρ)


Η παροχή βοήθειας σε μαθητές μου για τη συμπλήρωση του μηχανογραφικού τους καταλήγει σε έκρηξη ανάμεικτων, γλυκόπικρων συναισθημάτων. Μου προκαλεί..., πώς να το πω τώρα; Χαρμολύπη!!! Αυτό μου προκαλεί. Από τη μια, συνήθως νιώθω απίστευτη βαρεμάρα και λύπη, εξαιτίας της άγνοιας που χαρακτηρίζει τους περισσοτέρους, των συντηρητικών ή τελείως αταίριαστων στην προσωπικότητα των υποψηφίων επιλογών, των αβάσταχτα απλοϊκών έως ανόητων ερωτήσεων που δέχομαι και της αναποφασιστικότητάς τους. Από την άλλη, η όλη διαδικασία έχει και τα καλά της για μένα. Όχι, όμως, και για τους μαθητές. Γι αυτούς, τα «καλά για μένα», καταλήγουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, αφορμές για εκτός ορίων ειρωνεία, απάνθρωπο σαρκασμό και δημόσιο εξευτελισμό. Ευτυχώς η σχέση μου με τους μαθητές μου επιτρέπει κάτι τέτοιο κι εκείνοι το επιθυμούν και το περιμένουν από μέρους μου τόσο όσο και ο μέσος Έλληνας το διορισμό του στο Δημόσιο. 
Τα τελευταία δυο χρόνια η συμπλήρωση των μηχανογραφικών γίνεται ηλεκτρονικά. Η συγκεκριμένη διαδικασία απαιτεί γνωστοποίηση και της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υποψηφίου. Αρχικά, λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν έφταναν στο συγκεκριμένο σημείο, αρκετοί μαθητές, με προειδοποιούσαν να μη γελάσω ενώ κάποτε μου ζητούσαν να μη δω την ηλεκτρονική διεύθυνση που δήλωναν! Οι αντιδράσεις αυτές αρχικά μου προκάλεσαν έκπληξη, αμέσως μετά με προβλημάτισαν και τελικά οδήγησαν την περιέργειά μου στα ύψη. Έφτασα σε σημείο να τους εκλιπαρώ να με αφήσουν να ρίξω μια ματιά, να τους υπόσχομαι ανταλλάγματα αν με άφηναν να κοιτάξω λίγο. Δεν έπιανε τίποτα! Και τότε αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω τα μεγάλα μέσα. Αναγκάστηκα να τους απειλώ ότι θα τους παρατήσω στα κρύα του λουτρού, να συμπληρώσουν μόνοι το μηχανογραφικό. Αυτό έπιασε. Είμαι πολύ καλός στις απειλές! 
Το τι είδα τότε δεν περιγράφεται αλλά επειδή -εκτός από τις απειλές- είμαι πολύ καλός και στις περιγραφές, θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω. Είδα, λοιπόν, μαθητή με διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «batman@...gr», είδα διεύθυνση μαθήτριας όπου είχε σμπαραλιάσει το βαφτιστικό της σε κάτι του στιλ «evitakoulinaki@...com», είδα υποψήφια με ναρκισσιστικές μάλλον διαθέσεις να αυτοαποκαλείται «kouklaki@...gr», είδα υποψήφιο να δηλώνει «daglaras@...gr», είδα και έφριξα «treloagori@...com», είδα κι έπαθα πλάκα «bouloukaki@...gr», είδα και ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου «rozoulini@...gr». Με το τελευταίο ανατρίχιασα και δεν πίστευα στα ματάκια μου, επειδή η διεύθυνση δεν ανήκε σε κάποια -όπως θα περίμενε κανείς- ροζ μαθήτρια του στιλ «σας αγαπώ όλους και στέλνω ξετσίπωτα φιλάκια με τα σαρκώδη χείλη μου στον οποιονδήποτε» αλλά σε μαθητή με 1,80 ύψος, περίπου 90 κιλά και μπράτσα ικανά να συνθλίψουν ακόμα και τα Βραχώδη όρη! 
Αυτή είναι η γενιά της ψηφιακής τεχνολογίας. Ή τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι της. Αυτά τα παιδιά γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην ψηφιακή εποχή. Αυτά τα πλάσματα βίωσαν τον υπολογιστή, το Διαδίκτυο, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, το Facebook, το amazon και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο όπως προηγούμενες βίωσαν την ξυλόσομπα, το μαγκανοπήγαδο, τη σφεντόνα ή την τουλούμπα. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν να αξιοποιούν τα πρωτόγονα για εμάς, σύγχρονα για τότε μέσα που διέθεταν. Οι σημερινές τι έχουν πάθει και κάνουν τα ανείπωτα για να στρέψουν εναντίον τους όσα απλόχερα τους προσφέρονται; Η απάντηση είναι απλή. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν μέσα από την εμπειρία των μεγαλυτέρων. Από τα πρώτα χρόνια τους τούς παρακολουθούσαν να βγάζουν νερό από την τουλούμπα, να κυνηγούν πουλιά με τη σφεντόνα, να ανάβουν το μαγκάλι… Με απλά λόγια, σε προηγούμενες εποχές οι γονείς και οι παππούδες είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν την εμπειρία τους στους νέους, αφού οι εξελίξεις ακολουθούσαν βραδείς ρυθμούς. Σήμερα, τα πράγματα έχουν ριζικά μεταβληθεί. Οι εξελίξεις είναι τόσο ραγδαίες που οι προηγούμενες γενιές συχνά τις αγνοούν. Οι νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν κατακλυσμό τεχνολογικών επιτευγμάτων, τον οποίο καλούνται να κατανοήσουν και να μάθουν να αξιοποιούν με ελάχιστη ή και καμιά βοήθεια και εμπειρία. 
Αυτό βέβαια, μπορεί για κάποιους νέους να καταλήγει ακόμα και μοιραίο, χωρίς αυτή τη στιγμή να μπορούν να το αντιληφτούν. Ήδη συμβαίνει όμως. Σκεφτείτε ότι εκείνοι που σήμερα δηλώνουν τη γλυκούτσικη μεν αλλά παντελώς ηλίθια και δηλωτική της απύθμενης βλακείας τους ηλεκτρονική διεύθυνσή τους στο μηχανογραφικό χωρίς εμφανείς επιπτώσεις, πολύ σύντομα θα αναγκαστούν να τη γνωστοποιήσουν στο βιογραφικό και άρα στον πιθανό εργοδότη τους ή στον καθηγητή που θα τους αξιολογήσει για ένα μελλοντικό μεταπτυχιακό. Το ίδιο θα συμβεί και με το Facebook τους. Ήδη αρκετές εταιρείες, πριν αποφασίσουν την πρόσληψη κάποιου, «ξεκοκαλίζουν» το ψηφιακό παρελθόν και παρόν του. Οι αναρτήσεις ή η συμμετοχή σε συζητήσεις κάποιου blog, οι κινήσεις, οι επιλογές, οι αναφορές ή οι φωτογραφίες στο Facebook αποτελούν ήδη στοιχεία αξιολόγησης. 
Φανταστείτε, λοιπόν, τι μπορεί, στο άμεσο μέλλον, να σκεφτούν οι υπεύθυνοι μιας εταιρείας για ένα άτομο με σημαντικά τυπικά προσόντα -πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες- που όμως αυτοχαρακτηρίζεται «rozoulini», «daglaras» ή «kouklaki». Σκεφτείτε τι εμπιστοσύνη μπορεί να δείξει κανείς σε ένα άτομο, όταν στο Facebook που διαχειρίζεται οι αναρτήσεις κινούνται μεταξύ αθλιότητας και λαϊκισμού ή όταν οι φωτογραφίες του προφίλ του θυμίζουν αποτυχημένα φωτομόντελα και τραγουδιάρες της σειράς. Γιατί, όσο κι αν το παλεύω ο άμοιρος, όσο ανοιχτόμυαλος κι αν θέλω να δείξω ο δύστυχος, μου φαίνεται εξαιρετικά απίθανο κάποια στιγμή να νιώσω την επιθυμία να συνεργαστώ με άτομο που δηλώνει ως διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «treloglykoulini@...gr», όσο σοβαρό κι αν δείχνει κατά τα άλλα! 


ΥΣ: Ίσως το πρόσφατο πάθημα της κας Παρασκευής Παπαχρήστου (αθλήτρια που αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου, εξαιτίας ρατσιστικού σχολίου στο Διαδίκτυο) αποτελέσει μάθημα για αρκετούς.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

2η Έκδοση!!!


Στις διακοπές συνειδητοποιώ ένα πράγμα! 
Μην ανησυχείτε! Δε θα αρχίσω τώρα τις ρομαντικές αρλούμπες του στιλ: «στις διακοπές ξεφεύγεις από την καθημερινότητα» ή «γεμίζεις τις μπαταρίες» ή «έχεις χρόνο για σένα, για τους φίλους, για τραγούδι, για χορό, για μανικιούρ, για αποτρίχωση …» και βάλε και λογάριασε. Όλα αυτά είναι γνωστά από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, έστω κι αν τότε δεν υπήρχε ακόμα συνείδηση του ελεύθερου χρόνου και άρα των διακοπών. Άσε που τότε δεν πρέπει να υπήρχαν υπηρεσίες μανικιούρ και λέιζερ αποτρίχωσης για τον απλό λαό. Τέλος πάντων, αφήνω τα «γλυκούλια» για άλλους. Τα αφήνω για εκείνους που τα λένε, επειδή περνούν πολύ χάλια στις διακοπές τους. Εμένα δε με εκφράζουν καθόλου. Αν με εξέφραζαν άλλωστε θα κρατούσα ημερολόγιο, όταν ήμουν μικρός, από εκείνα τα κιτς με κλειδαριά, με χαρωπά ροζ και φούξια ζωάκια, ανθρωπάκια, πολύχρωμα λουλούδια και καρδούλες στο εξώφυλλο. 
Εγώ, λοιπόν, άλλο πράγμα συνειδητοποιώ στις διακοπές. Συνειδητοποιώ ότι η καθημερινότητα είναι οδοστρωτήρας! Οδοστρωτήρας που με τις τεράστιες, βαριές μεταλλικές ρόδες του λιώνει τα πάντα αφήνοντας πίσω του ένα απέραντο ίσιωμα χωρίς το παραμικρό εξόγκωμα. Οτιδήποτε διαφορετικό δεν έχει θέση σ’ αυτό. Ο οδοστρωτήρας το πατάει και το εξαφανίζει σε μια εικόνα βγαλμένη από καρτούν. 
Κάπως έτσι, όταν ο εκδοτικός οίκος μού γνωστοποίησε ότι το βιβλίο μου «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» βρισκόταν ήδη στη 2η έκδοση -η οποία παρεμπιπτόντως προχωρούσε εξίσου καλά- εγώ … έτρεχα. Έκανα μάθημα, συζητούσα με τους μαθητές για την πορεία τους, ενημέρωνα γονείς για την πορεία των μαθητών, διόρθωνα ατελείωτα γραπτά και γενικά ένιωθα κάπως σαν: «Σήκω γομάρι, μην κάθεσαι και χαζοπαζαρεύεις»! Πού καιρός και διάθεση για χαρές και πανηγύρια. 
Ένα γεγονός εξαιρετικής (για μένα) σημασίας πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Δεν το χάρηκα όσο του άξιζε, δεν το συζήτησα όσο θα ήθελα, δεν το σχολίασα όσο το είχα ανάγκη. Δεν είναι μικρό πράγμα. Μια 2η έκδοση είναι μια 2η έκδοση και δεν ξαναγίνεται. Ένα βιβλίο μια φορά μπορεί να κάνει 2η έκδοση. Αν κάνει άλλη, αυτή δε θα είναι η 2η έκδοση. Αυτή θα είναι η 3η. Ούτε η επόμενη ούτε η μεθεπόμενη θα είναι 2η έκδοση. Θα είναι η 4η, η 5η … και τελικά ελπίζω ότι καταλάβατε τι θέλω να πω για να μη μακρηγορώ. Με απλά λόγια, κάθε έκδοση είναι μία και μοναδική, οπότε πρέπει κανείς (στη συγκεκριμένη περίπτωση εγώ) να τη χαίρεται ως τέτοια. 
Τώρα που σκέφτομαι ήρεμα τα πράγματα νιώθω εξαιρετική χαρά. Χαρά που τρέχει από τα μπατζάκια. Νιώθω τόσο χαρούμενος όσο κι ένα παγάκι σε ποτήρι με coca cola (για να θυμηθώ κι ένα από τα πολλά και βαθυστόχαστα ρητά που αναφέρονται στο συγκεκριμένο βιβλίο). Νιώθω και υπερήφανος που το βιβλίο μου βρίσκει ανταπόκριση σε ένα κοινό. Σημαίνει ότι υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν το ατελείωτο χιούμορ, που κατανοούν τον έντονο σαρκασμό, που δέχονται αλήθειες που δεν εκφράζονται με τρόπο ήπιο αλλά με τρόπο αιχμηρό και χωρίς υπονοούμενα. 
Είναι συγκλονιστικό! Το «Μάθε, παιδί μου, γράμματα» ξεκίνησε σαν μια τρέλα, σαν ένα παιχνίδι μιας απερίγραπτα εκπληκτικής και εκπληκτικά μικρής παρέας και τώρα το βλέπω να εξελίσσεται, να γίνεται η αφορμή για τη δημιουργία μιας πολύ μεγαλύτερης παρέας. Άτομα που δε γνωρίζω προσωπικά και δε με γνωρίζουν κι αυτά διάβασαν το βιβλίο μου. Κάποια διασκέδασαν με αυτό, κάποια προβληματίστηκαν και κάποια σίγουρα τσατίστηκαν με αυτό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι ένα τόσο δα βιβλιαράκι με χαριτωμένο εξώφυλλο μπορούσε να διαδραματίσει τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Και τώρα αρχίζω να το συνειδητοποιώ. 
Τελικά, στις διακοπές δε συνειδητοποιώ μόνο ένα πράγμα! Συνειδητοποιώ πολλά και κάποια με κάνουν πολύ χαρούμενο!

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Στο λάκκο της μιζέριας…


«Αν έπεσες στο λάκκο της μιζέριας, 
να θυμάσαι ότι οι μέρες σου είναι μετρημένες 
και γι αυτό να τις εκμεταλλευτείς όσο καλύτερα μπορείς». 
Γιαν Μαρτέλ, Βεατρίκη και Βιργίλιος  

Ωραία! Δηλαδή, όχι και πολύ ωραία αλλά δεν μπορούσα να ξεκινήσω το κείμενο με τη λέξη που πραγματικά ταιριάζει στην περίσταση. Γιατί, αν το κείμενό μου ξεκινούσε με τη λέξη «σκα…ά» θα δημιουργούνταν ένας σωρός προβλήματα. Ορισμένοι «μη μου άπτου» δε θα το διάβαζαν από σιχασιά, έστω κι αν τα «σκα…ά» είναι μια πραγματικότητα. Άλλοι πάλι θα αδιαφορούσαν, γιατί ένα άρθρο που ξεκινάει με μια τόσο ποταπή λέξη, δεν μπορεί να είναι καθόλου μα καθόλου «καθώς πρέπει». Ναι, αλλά η συγκεκριμένη σιχαμένη και βρόμικη και βδελυρή λέξη περιγράφει απολύτως την κατάστασή μας. Ένας ολόκληρος λαός βουτηγμένος στο λάκκο της μιζέριας.
Το σκηνικό είναι, βέβαια, μια ανοησία. Γιατί το μίζερο κλίμα οφείλεται σε δυο λόγους, εξίσου ηλίθιους. Ο ένας είναι η διάψευση. Ο άλλος η έλλειψη ελπίδας. Ο πρώτος είναι ανόητος, γιατί το μόνο που διαψεύστηκε για αρκετούς συμπατριώτες μας ήταν ένα ψέμα, μια πλάνη, όχι κάτι πραγματικό. Αρκετοί ζούσαν σε μια εικονική πραγματικότητα, η οποία τέλειωσε. Η λογική, όμως, λέει ότι ένα ψέμα είναι πάντα ένα ψέμα, κάτι που δεν υφίσταται, κάτι που εξ ορισμού δεν υπάρχει και άρα η διάψευσή του είναι απλώς κάτι τυπικό και κυρίως αναμενόμενο. Ο δεύτερος είναι εξίσου ανόητος, επειδή έλλειψη ελπίδας σημαίνει έλλειψη διάθεσης για σκληρή προσπάθεια. Η λογική πάλι λέει ότι εκείνος που έχει τη διάθεση αλλά και τα εφόδια για να παλέψει, ελπίζει ότι κάτι έχει να κερδίσει από αυτό. Σίγουρα πάντως δε χάνει την ελπίδα του. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη λογική είναι... παράλογο να κυριαρχεί η μιζέρια στη χώρα μας.
Κι όμως, αυτή εξαπλώνεται και δείχνει ότι η πλειονότητα των συμπατριωτών μας δεν ενεργεί με βάση τη λογική αλλά αφήνεται να την καθοδηγούν ελέγχοντας το συναίσθημά της. Το συναίσθημα, όμως, συχνά οδηγεί τον άνθρωπο σε ανόητες, γελοίες και κυρίως κουτοπόνηρες επιλογές. Ναι, αλλά ένας άνθρωπος ή μια κοινωνική ομάδα, μικρή ή μεγάλη, δεν πάει μπροστά ούτε με ανόητες ούτε με γελοίες και κυρίως ούτε με κουτοπόνηρες επιλογές ή τουλάχιστον δεν πάει για πολύ καιρό. Ισχύει παντού. Οι πανελλαδικές εξετάσεις, για παράδειγμα, διαψεύδουν αρκετούς μαθητές, γιατί εκεί τα πράγματα είναι αρκετά αντικειμενικά και άρα εκφράζουν την πραγματικότητα. Η ώρα της «λυπητερής» έρχεται για όλους και συνήθως φέρνει μαζί της τη διάψευση, γιατί η «λυπητερή» είναι η πραγματικότητα. Κανείς δε φταίει σε εκείνον που διαψεύδεται, επειδή θεωρεί ότι με δουλειά τζίτζικα μπορεί να αποκτά όσα και το εργατικό μυρμήγκι.
Η ώρα της αλήθειας έφτασε για τη χώρα μας και ο λογαριασμός είναι πράγματι μεγάλος. Παράλογο; Όχι βέβαια! Τα γούστα πληρώνονται και όσο πιο ακριβά γούστα έχει κάποιος, τόσα περισσότερα θα κληθεί να πληρώσει. Και μη μου πει κανείς ότι ως κράτος και ως πολίτες δεν υπήρξαμε αυτοκαταστροφικοί! Ξεπεράσαμε κάθε μέτρο και τώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε με γνώμονα το συναίσθημα ή θα αποφασίσουμε να βαδίσουμε στους δρόμους της λογικής; Το πρώτο ήδη δείχνει τα αποτελέσματά του οδηγώντας σε εκδήλωση οργής (οπότε γίνεται του… Κασιδιάρη), διάθεση τιμωρίας (άραγε ποιου;), στήριξης όσων μας υπόσχονται όσα κάποιοι άλλοι μας είχαν ήδη υποσχεθεί οδηγώντας μας στις καταστροφικές συνθήκες που βιώνουμε. Στη δεύτερη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα, γιατί μια λογική εκτίμηση των δεδομένων προϋποθέτει αυτοκριτική. Όχι κραυγές, όχι θυμό, όχι επίρριψη ευθυνών στον ανάδρομο Ερμή, στο κακό το μάτι ή σε μια αόρατη και ανεξέλεγκτη μοίρα και κυρίως όχι μπούφλες σε δικαίους και αδίκους. Δύσκολο μεν, υπεύθυνο δε. Σίγουρα αξιοπρεπές.
Αρκετοί λαϊκιστές μιλούν για τη σοφία του ελληνικού λαού. Η πραγματικότητα, όμως, αποδεικνύει όχι τη σοφία αλλά τη μεγαλειώδη βλακεία, την κουτοπονηριά, την αναίδεια και την απαιδευσιά μεγάλου τμήματος του λαού μας. Δηλαδή, σε ποια περίοδο της σύγχρονης ιστορίας μας δείξαμε έστω ψήγματα σοφίας; Όλοι -Έλληνες και ξένοι- κάνουν λόγο για τη μακραίωνη ιστορία μας. Αν, όμως, είμαστε ένας λαός με μεγάλη ιστορία μήπως παράλληλα είμαστε ένας λαός με μνήμη χρυσόψαρου; Γιατί στοιχεία αυτής της ιστορίας είναι το φιλότιμο, η αξιοπρέπεια, η εργατικότητα, η δημοκρατία, το μέτρο, το ωραίο αλλά και η λογική. Πού είναι όλα αυτά σήμερα; Πόσοι πολιτικοί ή πόσοι πολίτες τα διαθέτουν; Αυτό που μας μένει είναι να φανούμε αξιοπρεπείς και λογικοί επιτέλους. Η καθοδήγηση των πολιτών μέσω του ελέγχου των συναισθημάτων του δε δίνει λύσεις. Μπορεί να δίνει μιζέρια, απόγνωση και έλλειψη ελπίδας αλλά καμιά ουσιαστική λύση. Οι λύσεις πηγάζουν από τη λογική και αυτή λέει ότι είναι καιρός να επανεξετάσουμε τις δυνατότητές μας, να αξιοποιήσουμε την πραγματικότητα, να αφήσουμε πίσω μας τα ψέματα, τις εύκολες λύσεις, την τεμπελιά, την ασχήμια, τους ψευτοτσαμπουκάδες και όλους εκείνους που μας υπόσχονται ότι μπορούμε να αποφύγουμε τη «λυπητερή», ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε απομονωμένοι ή ότι θα γίνουμε η Σαουδική Αραβία της Μεσογείου. Η λογική ανέκαθεν έλεγε ότι τα «αγαθά αποκτώνται με κόπους». Πλέον η σκληρή δουλειά είναι η μόνη συνταγή που θα επιφέρει το θάνατο της μιζέριας, γλυτώνοντάς μας από το δικό μας «θάνατο». Πιθανώς κουραστικό. Σίγουρα αισιόδοξο! 

Ο κ. Ζάχος θεωρεί ότι αν η κατάσταση συνεχίσει ως έχει, 
σύντομα θα αποτελεί είδηση ο θάνατος κάποιου από φυσιολογικά αίτια.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Οι λέξεις τελείωσαν…

Η ελληνική γλώσσα είναι από τις πιο πλούσιες του κόσμου. Αυτό λογικά σημαίνει ότι προσφέρει εναλλακτικές λύσεις τόσο σκέψης όσο και έκφρασης ακόμα και λεπτών διαφορών. Προσφέρει άπειρους συνδυασμούς σε εκείνον που διαθέτει φαντασία, δημιουργικότητα, καινοτομία. Κι αυτό, λογικά και πάλι, σημαίνει ότι, αν κάποιος επαναλαμβάνεται ανιαρά και αναμενόμενα, δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Το ένα είναι ότι αγνοεί την ελληνική γλώσσα, ότι είναι αγράμματος ή ακαλλιέργητος ή και τα δυο μαζί. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος μέτριων δυνατοτήτων ως προς τη σκέψη και τις επιλογές. Το δεύτερο είναι ότι μπορεί μεν να γνωρίζει την ελληνική αλλά δεν έχει και πολλά να πει, οπότε και επαναλαμβάνει την … επανάληψη. Το τρίτο, όσο κι αν το ψάχνω, αδυνατώ να το εντοπίσω κι αυτό συμβαίνει για έναν και μοναδικό λόγο. Συμβαίνει, γιατί «τρίτο» στη συγκεκριμένη περίπτωση απλώς δεν υπάρχει.
Αν στα παραπάνω έχω δίκιο, τότε ζήτω που καήκαμε. Να το πω ξεκάθαρα. Ποσώς με ενδιαφέρει αν οι παραπάνω αδυναμίες χαρακτηρίζουν τον συμπαθέστατο, κατά τα άλλα, τύπο που μαζεύει τα σκουπίδια της γειτονιάς, τον αξιοπρεπέστατο μετανάστη που σκάβει για να συνδεθεί ο απέναντι με το φυσικό αέριο ή τον ενοχλητικότατο παλιατζή που τριγυρνάει με το φορτηγάκι του ουρλιάζοντας μέσα από μιας άθλιας ποιότητας ντουντούκα. Η γλωσσική ανεπάρκεια αρκετών συνανθρώπων μας μπορεί να μου προκαλεί στενοχώρια αλλά καμιά αγωνία. Όταν, όμως, οι γλωσσικές αδυναμίες συνδέονται με τους πρωταγωνιστές της προεκλογικής περιόδου, τότε η κατάσταση γίνεται ανησυχητική.
Το ζήτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι ότι οι πολιτικοί δεν έχουν τίποτα καινούριο να πουν. Οι λέξεις τελείωσαν γι αυτούς. Κι επειδή οι λέξεις που χρησιμοποιεί κάποιος είναι ο καθρέφτης της ποιότητας του χαρακτήρα και της σκέψης του, καταλήγω σε πολύ αγωνιώδη συμπεράσματα. Αν οι επαναλαμβανόμενες ασυνάρτητες κοινοτοπίες που εκστομίζουν είναι αποτέλεσμα αγραμματοσύνης και υποκουλτούρας, σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι έχουν ελάχιστες δυνατότητες να οδηγήσουν τη χώρα σε έξοδο από την κρίση. Μπορεί να έχουν όλη την καλή διάθεση αλλά είναι ανεπαρκείς. Μέτρια γλωσσική κατάρτιση σημαίνει αδυναμία κατανόησης των πολύπλοκων εξελίξεων, δείχνει αδυναμία ανάλυσης των απαιτήσεων και σίγουρα δηλώνει αδυναμία συνεννόησης με τους δανειστές μας. Οι συγκεκριμένοι, αν αναρριχηθούν στην εξουσία, είναι αδύνατον να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών μας και άρα να προωθήσουν τα συμφέροντά μας. Γι αυτό το λόγο, το μόνο που κάνουν είναι να καταφεύγουν στο ασφαλές γι αυτούς λιμάνι του λαϊκισμού.
Αν, από την άλλη, η κενότητα και ασυναρτησία του πολιτικού λόγου οφείλεται σε έλλειψη νέων ιδεών, δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Αν εκείνοι που διεκδικούν την ψήφο μας, έχουν στερέψει από απόψεις, από οράματα που να ανταποκρίνονται στα δεδομένα των καιρών, σημαίνει ότι είναι εξίσου ανεπαρκείς και επικίνδυνοι με τους προηγούμενους. Εύκολα καταλαβαίνει ο καθένας ότι οι πολιτικοί ήδη σκέφτηκαν όσα μπορούσαν να σκεφτούν, ήδη πρότειναν-υποσχέθηκαν όσα μπορούσαν να υποσχεθούν και μάλλον ήδη έπραξαν όσα μπορούσαν να πράξουν. Ο λαϊκισμός είναι και πάλι το καταφύγιο.
Οι πολιτικοί, με πολύ απλά λόγια, δε μας λένε κάτι καινούριο, γιατί, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αδυνατούν και να το σκεφτούν. Όσο κι αν το ψάχνουν, δεν έχουν εντοπίσει κάτι νέο. Όσο περισσότερο φωνάζουν τόσο πιο έντονα δηλώνουν τη μετριότητά τους απέναντι στην πραγματικότητα που οι ίδιοι -ή έστω άλλοι με τα ίδια όμως μυαλά- μας έχουν οδηγήσει. Ακόμα πιο απλά. Αφού ακούμε όσα έχουμε ξανακούσει άπειρες φορές, το ίδιο θα γίνει και με όσα θα γίνουν στο εξής, αν ο σοφός λαός αποφασίσει να στείλει στο Κοινοβούλιο όσους ήδη βρίσκονται σ’ αυτό. Το ίδιο θα συμβεί κι αν στείλει στη Βουλή άλλους που όμως, έχουν τα ίδια μυαλά.
Όσο πλησιάζει η ώρα των εκλογών ελπίζω σε ένα μόνο. Ελπίζω ότι έχουμε πια καταλάβει ότι όσα ακούμε, δεν τα ακούμε για πρώτη φορά. Ότι όσες φορές κι αν ειπωθούν τα ωραία λόγια δεν πρόκειται να αλλάξουν το παραμικρό. Η αλλαγή δε χρειάζεται λόγια αλλά ενέργειες. Όλα αυτά είναι ωραία λόγια αλλά τα ακούμε από τους πολιτικούς μας από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή ακριβώς η επανάληψη τα έχει καταστήσει κενά όσο και μια σαπουνόφουσκα, βαρετά όσο και τα τηλεοπτικά σήριαλ. Κανέναν δεν ξεσηκώνουν παρά μόνο τους χρόνια ηλίθιους. Ελπίζω -με ελάχιστες πιθανότητες να συμβαίνει τελικά- ότι αυτοί είναι λίγοι.
«Οι λέξεις τελείωσαν για τους πολιτικούς». Ή μάλλον, τώρα που το καλοσκέφτομαι «οι ωραίες λέξεις τελείωσαν» γι αυτούς. Υπάρχουν, όμως, εκείνες που δεν ακούγονται τόσο όμορφα στα αφτιά μας, υπάρχουν εκείνες που λένε για θυσίες, που υπενθυμίζουν ότι πρέπει να φανούμε εντάξει στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει, εκείνες που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τις δυσκολίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν εκείνες που εκφράζουν ρεαλισμό. Και υπάρχουν και πολιτικοί που δε φοβούνται να τις χρησιμοποιήσουν, αλλά είναι ελάχιστοι. Αν καταφέρουμε να τους εντοπίσουμε -έστω την τελευταία στιγμή- και να τους στηρίξουμε, ίσως μπορούμε να ελπίζουμε. Οι λέξεις μπορεί να τελείωσαν αλλά τώρα, έτσι κι αλλιώς, είναι η ώρα της δράσης από μέρους μας και η ψήφος μας μπορεί να είναι πιο ηχηρή από χιλιάδες, κενές λέξεις. 
Καλή ψήφο!